ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
Ιστορίες
 printer friendly version  -  στείλτε τη σελίδα με e-mail ]

Αλήθειες και ψέμματα. 1 - Προσμονή 4/11/2003

(Κάθε συνωνυμία ή ομοιότητα δεν είναι συμπτωματική...)

Εκείνα τα χρόνια -δύσκολα χρόνια- δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη να γεννοβολάς, ήταν τόσο εύκολο, όσο δύσκολο ήταν να επιβιώσεις.

Εκεί ήταν που ήθελε σκέψη... Η επιβίωση!

Κάπως έτσι μ΄ έφεραν στον κόσμο οι γονείς μου, με άλλα εφτά αδέλφια! Τέσσερα και τέσσερα –δίκαια πράματα- καλλιτέχνης βλέπεις ο μπαμπάς, υπήρχε ισορροπία στα φύλλα....

Έκαναν μεγάλο αγώνα να μας ποτίσουν, να μας ταΐσουν, να μας ντύσουν, να μας μορφώσουν!

Δεν ήθελαν να μας λείπει τίποτα ! Χαρά στο κουράγιο τους!

Δουλεύανε ολημερίς και ολονυχτίς, η μητέρα μου έφτιαχνε γλυκά –μεταξύ των εναλλακτικών θηλασμών-, σε ένα εργαστήρι που ήταν μια συνέχεια με χωρίσματα από χάρμποτ του σπιτιού, ο πατέρας μου περιπλανιόταν στους δρόμους, να τα πουλήσει.

Ζαχαροπλάστισσα η μαμά, πλανόδιος μικροπωλητής ο μπαμπάς. Ο καλύτερος όμως... Ο ίδιος είχε ανακηρυχθεί σε «Βασιλιά του πεζοδρομίου», δεν είχαμε προεδρία τότε.
Τον θυμάμαι με ένα τρίκυκλο στην αρχή ποδήλατο, με μοτοποδήλατο όταν προόδευσε μετά από χρόνια, να ξεκινάει πάντα χαμογελαστός και τραγουδώντας, κάθε πρωί για την γυροβολιά του.

Όπου πανηγύρι, όπου παρέλαση, όπου στόλος, εκεί κι ο πατέρας μου.

Έτσι μας μεγάλωναν... Μεροδούλι-μεροφάι...

Ένα βράδυ, που μας είχαν βάλει για ύπνο ή έτσι νόμιζαν, αφουγκράστηκα ένα κλάμα, ένα παράπονο... Στα νύχια των ποδιών μου-να μην με καταλάβει κανείς- έγινα μάρτυρας του προβληματισμού της μάνας, και της αισιοδοξίας του πατέρα, για την επόμενη μέρα.
-Με τι λεφτά Σπύρο, θα πάρουμε τσάντες και ποδιές των παιδιών για το σχολείο;
-Μην στεναχωριέσαι Αμαλία μου (η μητέρα μου είχε όντως βασιλικό όνομα), φτιάξε γλυκά κι εγώ πρωί-πρωί θα τα πουλήσω. Δεν θα γυρίσω, αν δεν τελειώσω την πραμάτεια μου.

Πήρε τ΄ απάνω της η μαμά, αυτός ο πατέρας μου είχε τον τρόπο του να την καθησυχάζει!

Μάρτυρας της σκηνής, χωρίς να με δει κανείς, χαμογέλασα πονηρά και πήγα για ύπνο...Ολονυχτίς έκανα σχέδια...

Το πρωί λοιπόν, ξεκίνησα για το σχολείο. Δεν πήγα όμως...

Με τη βοήθεια της μικρότερης αδελφής μου, που της εκμυστηρεύτηκα το σκέψεις μου, βρέθηκα μ΄ ένα ταψί σάμαλη, που μου έφερε στην γωνία κρυφά και κινήσαμε να το πουλήσουμε, στην αντίθετη από κει που πήγαινε ο πατέρας μεριά του λιμανιού.

Φοβηθήκαμε μήπως μας έπαιρνε χαμπάρι, και μας έκανε τ΄ αλατιού.
-Φρέσκα γλυκά-φρέσκια σάμαλη, φώναζα προσπαθώντας να μιμηθώ τον μπαμπά μου (από τις φορές που με έπαιρνε μαζί του).
-Ελάτε δω ρε...Μια φωνή βροντερή, μου διαπέρασε τ΄ αυτιά...
-Πάρε κύριος, φρέσκια σάμαλη. Εικοσάρα το κομμάτι! Να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει! Συνέχισα σαν να μην έτρεχε τίποτα! Μέσα μου όμως ανησυχούσα, με είχε λούσει κρύος ιδρώτας!
-Αποκλείεται να θέλει σάμαλη- σκέφτηκα... Προαισθανόμουν ότι κάτι πολύ άσχημο θα συμβεί, και συνέβη!

Με το μεγαλοπρεπές του ανάστημα, την επιβλητική του στολή μας κοιτούσε από τα νύχια ως την κορυφή και με αυστηρή φωνή, απαίτησε να του δείξουμε την άδεια μας.
-Δεν έχουμε Κε Πόλισμαν, θέλαμε μόνο να βοηθήσουμε τη μάνα μας-απαντήσαμε και τα δυό μαζί με τρεμάμενη φωνή!
-Δεν έχετε; Θα σας δείξω εγώ!
Μας πήρε τα γλυκά και τα πέταξε με λύσσα στην θάλασσα!
-Να μη σας ξαναδώ εδώ!
-Τσακιστείτε!

Βάλαμε τα κλάματα. Πρώτα η αδελφούλα μου μετά εγώ! Προσπάθησα να κρατηθώ, ήθελα να δείξω άντρας, με πήραν όμως τα ζουμιά!
-Δεν ντρέπεσαι ρε... Ντροπή σου! Το παίζεις άντρας στα παιδάκια!

(Πόσο είμαστε, οκτώ χρονών εγώ- επτά η αδελφή μου!)

Οι εργάτες που βρέθηκαν μπροστά στη σκηνή, τα έβαλαν με το όργανο της τάξης, μας πλησίασαν, μας χάιδεψαν!
-Μην στεναχωριέστε (μας είπαν), και έκαναν έρανο και μάζωξαν τρεις φορές τα λεφτά της σάμαλης.

Μας έδωσαν τα χρήματα, ένας απ΄ αυτούς βούτηξε και μας έφερε το ταψί. Το κλάμα μας μετατράπηκε σε γέλια χαράς, θα γυρίζαμε σπίτι γεμάτοι λεφτά!

Από τότε μου δημιουργήθηκαν αντιεξουσιαστικά συναισθήματα και μια απέραντη συμπάθεια για την εργατική τάξη. Αυτό το επεισόδιο μου σημάδεψε τη ζωή! Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα τους το ξεπλήρωνα κάποτε!

Σαν πήγαμε σπίτι, μας περίμεναν οι γονείς μας ανήσυχοι, αφού τους έδειξα με καμάρι τα λεφτά, τους εξιστόρησα την περιπέτειά μας με το Νι και με το Σίγμα!

Αντί για επιβράβευση, μας μάλωσαν για την πρωτοβουλία μας (Βλέπεις οι γονείς μας θέλαν΄ επιστήμονες). Τέλος μας πήραν στην αγκαλιά τους, αφού πρώτα μας έβαλαν να τους υποσχεθούμε, πως δεν θα ξανακάναμε τίποτα χωρίς την άδειά τους.

Όμως εμείς τον χαβά μας! Δεν βάλαμε μυαλό!

Κάθε φορά που βρίσκαμε την ευκαιρία, το εσκάγαμε, πηγαίναμε στο ίδιο μέρος, κι όταν δεν είχε δουλειά, προσμέναμε να έρθει ο αστυφύλακας, να πετάξει τα γλυκά μας στη θάλασσα!

Μάταια όμως... Έτσι με την αδελφή μου, παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής, και πιασμένοι χέρι-χέρι, δίναμε κουράγιο ο ένας στον άλλο...

Δεν το βάζαμε κάτω... Ίσως την άλλη φορά, να ερχόταν!!!

Δημήτρης Γουδέβενος
ΕΡΕΥΝΑ & ΑΝΑΠΤΥΞΗ (Τηλεπικοινωνιακές εφαρμογές)
Άλλα άρθρα του

Σχολιασμός Άρθρου
( έχουν καταχωρηθεί ήδη 1 σχόλια )

VASILIKI: ήρθε άραγε κάποια μέρα.....; (4/11/2003)
[εισαγωγή σχολίου]
 printer friendly version  -  στείλτε τη σελίδα με e-mail ]

Σπίτι
Ιστορίες
Προηγούμενο Επόμενο
Αναζήτηση 'Αρθρων
Σχολιασμός Άρθρου
Περιοδικό
   Editorials
   Sex
   Αθλητισμός
   Ακαδημαϊκά
   Αποκρυφισμός
   Αυτοκίνητο 2001
   Βία
   Γλώσσα
   Δραστηριότητες
   Εδώ Πολυτεχνείο (;)
   Εθνικά Θέματα
   Εικόνες
   Εκπαίδευση
   ΕΜΠ-ΕΠΙΣΕΥ
   Ενημερωτικά
   Επιστημ. φαντασία
   Έρευνα στο ΕΜΠ
   Ιστορίες
   Καθημερινότητα
   Κοινωνία
   Μ.Μ.Ε.
   Μόδα
   Παιδεία
   Ποιήματα
   Πολιτική
   Προσωπικά
   Σκέψεις
   Σκίτσα
   Τέλος εντύπου
   Τέχνες
   Τεχνολογία-Επιστήμες
   Φοιτ. Εκλογές `96
   Φοιτ. Εκλογές '95
   Χαβαλές
   Χαβαλές '96
   Χριστούγεννα '96
   Ψυχαγωγία
Μέλη
Ακαδημαϊκά
Επικοινωνία
Εκδρομές
Διασκέδαση
Σπίτι
Ιστορίες
Προηγούμενο Επόμενο

ΝΥΓΜΑ ανλίμιτεντ σαμ ράιτς ρισέρβντ 1994-2099