|
ΝΥΓΜΑ
#29 - Μάιος-Ιούνιος 1997
|
|
Από το ημερολόγιο ενός τρελού
Φουντώνουν μέσα μου οι μεγάλες φλόγες. Δεν είμαι ασυνήθιστος σε αυτό μα τώρα μου μοιάζουν πιο δυνατές από ποτέ. Κατακαίουν την ψυχή μου, της δίνουν φως, της χαρίζουν την πιο αγνή κάθαρση, της δείχνουν τον πιο αληθινό δρόμο. Και η τυραννισμένη καρδιά παραμιλά, ζαλισμένη από την υψηλή εσωτερική θερμοκρασία. "Ο μόνος τρόπος να απαλλαγείς από τις φλόγες που σε καίνε είναι όχι να τις σβήσεις. Δε σβήνουν ποτέ μιας και κάθε μια τους είναι ένα μέρος της πνοής που φύσηξε ο θεός στον άνθρωπο. Ένας τρόπος όμως υπάρχει, άλλος κανείς, για να λυτρωθείς. Να κάνεις τις φλόγες φως. Πώς; Μα ντύνοντάς τις με το ένδυμα της σάρκας, της πραγματικότητας, κάνοντάς τις πράξη. Αλλιώς σωτηρία δεν υπάρχει, θα βασανίζεσαι μέχρι το τέλος". Ακούω τη μεγάλη φωνή, την καρδιά, δεν ξέρω εάν έχει δίκιο, εμπιστεύομαι όμως την ικανότητά της να βλέπει πέρα από το φαινόμενο, εμπιστεύομαι τη δυνατότητά της να αγγίζει την ουσία. Νιώθω τρομαγμένος. Οι σκληρές ερμηνείες με γέμισαν φόβο. "Άλλος δρόμος δεν υπάρχει!" Λέω να κάνω τη μεγάλη προσπάθεια. Δεν ξέρω καν αν θέλω να την κάνω, τόσο πολύ θα έχει φαίνεται προχωρήσει μέσα μου η σκουριά. Συντάσσω τις δυνάμεις. Τις μετρώ και μου φαίνονται λίγες. Δεν γνωρίζω εάν θα νικήσω. Φέρνω στο νου μου το θεό, το μεγάλο στρατηγό, και ψιθυρίζω το τραγούδι της ψυχής που είναι ερωτευμένη μαζί του. Πουθενά δεν βρίσκω ησυχία, τίποτα δεν με χωράει, τα πάντα μου φαίνονται λίγα ή μικρά. Τίποτα δεν μπορεί να σβήσει την ακόρεστη δίψα μου. Τίποτα δεν μπορεί να σβήσει την αδήριτη ανάγκη μου για το απόλυτο. Ελπίζω μονάχα πως κάποτε θα βρω το Ένα, το Μέγα Άπειρο, τη Μεγάλη Πνοή και θα ενωθώ μαζί της. Όλα μου φαίνονται τραγικά φτωχά. Δε δίνω άλλο σκοπό στη ζωή μου παρά μόνο τη συνάντηση με Εσένα, το μεγάλο μα υλιστικό Εραστή που υπάρχει, παρουσία ασάλευτη πίσω από το πλουμιστό χαλί της ζωής. Αφιερώνω τη ζωή μου σε σένα. Ζαλισμένος από τους συλλογισμούς, μέσα στον πυρετό του απαγορευμένου κόσμου στον οποίο μπήκα, αποκοιμήθηκα. Και είδα όνειρο.
Και ξάφνου ακούω μελωδίες. Περίεργες πολύ, γλυκές και άγριες ταυτόχρονα, τρομακτικές αλλά και ήρεμες την ίδια στιγμή. Προσπαθώ να αφουγκραστώ. Κάτι τραγουδούν. Ακούω τα λόγια. "Κάνε την ψυχή σου δυνατή, ετοίμασέ τη για τη Μεγάλη Αγγελία που είναι η εξής. Το φως που βλέπεις δεν υπάρχει. Το βλέπεις μόνο εσύ γιατί θες να το δεις. Δεν είναι τίποτα άλλο από έναν αντικατοπτρισμό της φλόγας που υπάρχει στα μάτια σου, του φωτός που έχει η ψυχή σου. Μη νομίζεις λοιπόν ότι ποτέ θα φτάσεις το φως που βλέπεις μακριά. Αλλά μην πιστέψεις, ούτε για μια στιγμή πως βάδισες μάταια. Κοίτα πίσω σου. Καθώς βάδιζες μία πύρινη γραμμή σχηματίστηκε στο έδαφος. Μια φωτεινή, πύρινη, κόκκινη, αιματωμένη γραμμή. Αυτή είναι το φως του κόσμου. Αυτή είναι η λύτρωση. Άλλη δεν υπάρχει. Δεν είναι η σωτηρία λιμάνι που κράζεις μετά από χρόνια περιπλάνηση. Όχι! Λιμάνια δεν υπάρχουν. Τα δημιουργεί η ψυχή μόνο όταν κουραστεί και θέλει η ίδια, χωρίς να το ξέρει, να δώσει τέρμα στην πορεία της. Υπάρχει μόνο η φουρτουνιασμένη θάλασσα, το βαθύ σκοτάδι που πρέπει να φωτιστεί από τη φλεγόμενη πύρινη γραμμή που εσύ θα σχηματίσεις με τον αγώνα σου. Ετούτο είναι το απώτατο τραγούδι της λύτρωσης, που λέει ότι λύτρωση δεν υπάρχει, που ψάλλει τη μεγάλη αλήθεια: πώς Ιθάκη δεν υπάρχει! Υπάρχει μονάχα η πορεία. Μέχρι που να βουλιάξεις και να χαθείς στην πηχτή μαύρη ουσία, αφήνοντας όμως πίσω σου την μακριά κατάφωτη πύρινη γραμμή που θα φωτίζει το σκοτάδι του κόσμου." Ξύπνησα ιδρωμένος. Ακόμα αντηχούσε στα αυτιά μου η μελωδία της λύτρωσης. Άνοιξα το παράθυρο. Ήταν απόγευμα, γλυκό πολύ. Ο ήλιος ναζιάρικα φλέρταρε με τη γραμμή του ορίζοντα. Σαν να μην ήθελε να ακολουθήσει τη συνηθισμένη του πορεία και στεκόταν για λίγο ακόμα στον ουρανό. Κρυφά όμως μέσα του ήθελε πολύ να παραδοθεί. Χαλάρωσα λίγο τη ματιά μου και το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο σταυρό που φορούσα. Τον κράτησα σφιχτά μέσα στη χούφτα μου και έβαλα το χέρι μου πάνω στην καρδιά. Τώρα ήξερα. Είχα ακούσει το τραγούδι της λύτρωσης. Δεν μπορούσα να ντροπιάζω την ψυχή μου. Έπρεπε να δεχτώ την αλήθεια του. Εκείνη ήταν η πιο γενναία, η πιο άξια ανάλογη με τη μεγαλοσύνη της ανθρώπινης ψυχής. Εκείνη λοιπόν έπρεπε να πιστέψω. Έκλεισα τα μάτια κρατώντας το σταυρό στη χούφτα μου. Αχ πόσο ωραία να μην ήταν το τραγούδι τούτο αληθινό. Κι όμως δεν είναι έτσι. Δεν είναι έτσι. Τα μάτια μου βούρκωσαν. Σε μια στιγμή τινάχτηκα. Σκούπισα τα μάτια μου με τις άκρες των δακτύλων. Άνοιξα την παλάμη μου, ξανακοίταξα τον υπέροχο σταυρό. Τούτο το σύμβολο, σκέφτηκα, είναι το ανώτατο που μπόρεσε να πλάσει ο άνθρωπος. Τον έβγαλα προσεκτικά από το λαιμό μου, τον έβαλα σε ένα παλιό αγαπημένο κουτί. Έκανα το σταυρό μου με το δεξί μου χέρι. Τώρα ήξερα σε ποιον προσευχόμουν. Τώρα ήξερα. Κολοκυθάς Γιώργος 4ο έτος Φαρμακευτικής Αθηνών |