|
ΝΥΓΜΑ
#141/2 - 6 Μαρτίου 1996
|
|
ΟΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ
Ο Θανασάκης πέταξε την κυριακάτικη εφημερίδα στην αυλή του σπιτιού. Δεν υπολόγισε, όμως, σωστά τη δύναμή του και η εφημερίδα, μαζί με έξι CD δώρο, εφτά γκραβούρες, ένα κασσετόφωνο, ένα CD player, ένα μίξερ, έναν αποχυμωτή και μια βιντεοκασέτα με τα highlights του Κούλη Καραταϊδη στον Ολυμπιακό προσέκρουσε πάνω στο κρύσταλλο του σαλονιού. Ακολούθησε ένας εκκωφαντικός θόρυβος και η τζαμαρία έγινε θρύψαλα. Ο Θανασάκης απομακρύνθηκε κάνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε ορθοπεταλιά στο BMX του. Ο Γιάννος πετάχτηκε έντρομος και εξαγριωμένος από το κρεβάτι του κατεβάζοντας ένα σωρό καντήλια. Του είχε στοιχίσει ένα φορτίο λακέρδες και μισό φορτηγό ελιές θρούμπες να αγοράσει αυτή την τζαμαρία. Η Κέλυ αγουροξυπνημένη προσπάθησε να τον ηρεμήσει: -Μη φωνάζεις Γιάννο μου, κάνεις σαν τον άξεστο τον χασάπη από δίπλα. -Πόσες φορές σου έχω πει να μη με λες Γιάννο, ρε Καλλιόπη! -Εσύ γιατί δηλαδή δεν με λες Κέλυ; -Δεν με παρατάς; Εδώ το τσογλάνι με τις εφημερίδες μου έσπασε την τζαμαρία! Γεμάτος οργή σηκώθηκε, έβαλε το χοντρό χέρι του κάτω από τη φανέλα του και προσπάθησε να ηρεμήσει χαϊδεύοντας την τριχωτή του κοιλιά. Φόρεσε τις κοτλέ παντόφλες του, βγήκε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Κατέβηκε νωχελικά ένα-ένα τα σκαλοπάτια έχοντας πάντα το βλέμμα του προς τα κάτω, αφού θαύμαζε το κάτασπρο μάρμαρο που κάλυπτε το πάτωμα. Μια σκέψη πέρασε από τον νου του: -Πόσους ντενεκέδες φέτα τελεμέ χρειάστηκε να πουλήσω για να βάλω αυτά τα μάρμαρα! Τους πάτησα όλους στη Σοφοκλέους!
Φτάνοντας στο πλατύσκαλο σταμάτησε και έριξε μια ματιά γύρω του. Το βλέμμα του πέρασε πάνω από τους φρεσκοβαμμένους λαχανί τοίχους, συνέχισε πάνω στο λιθόχτιστο με πράσινη πέτρα μπαρ, έπειτα κατευθύνθηκε προς τον κόκκινο δερμάτινο καναπέ με τα ροζ μαξιλάρια και σταμάτησε πάνω στη βιβλιοθήκη. Αυτό το έπιπλο ήταν το ομορφότερο του σπιτιού: μαύρο γυαλισμένο ξύλο, το οποίο ταίριαζε απόλυτα με την δερματόδετη με χρυσή διακόσμηση εγκυκλοπαίδεια που είχαν παραγγείλει ειδικά γι αυτό το σκοπό. Κοίταξε τα κομμάτια της τζαμαρίας που είχαν πέσει πάνω στην παχιά παραδοσιακή φλοκάτη που είχε αγοράσει από τον συγχωριανό του τον Νικήτα. Την ίδια στιγμή μπήκε η υπηρέτρια στο σαλόνι: -Πω! Πω! Καλέ κύριε η σάλα είναι γεμάτη γυαλιά, ολούθε! -Το βλέπω Μαριγούλα! Πάρε την καινούρια μας σκούπα και ρούφηξέ τα. Η υπηρέτρια, δίχως δεύτερη κουβέντα εξαφανίστηκε. Εκείνη την ώρα μπήκε η Αθανασία στο σαλόνι. -Σ'αυτό το σπίτι δεν μπορεί κανείς να διαβάσει ποτέ με την ησυχία του! Πώς θα μπορέσω να παραδώσω την εργασία μου σχετικά με τον θρησκευτικό συγκριτισμό στις φυλές των Μαορί; -Μη μου λες εμένα μωρή, μη σε πιάσω από την κοτσίδα και σε βροντήξω στο ντουβάρι, είπε με οργή ο Γιάννος, νοιώθοντας τον παππού του τον μεγαλοτσομπάνη να ξυπνά μέσα του. -Ποιος είπε τέτοιο πράγμα; Είσαι άσχετος και απαίδευτος! -Χάσου από τα μάτια μου μη τα πληρώσεις εσύ τα σπασμένα. -Καλέ, τι χαλάσατε τον κόσμο πρωινιάτικο; είπε η Κέλυ καθώς κατέβαινε τις σκάλες φορώντας την πορφυρή μεταξωτή της ρόμπα. Θα μου ξυπνήσετε τον Χάρυ μου! -Πρόσεχε τον κανακάρη σου, είπε ο Γιάννος. Χτες το βράδυ τον είδα στα μπουζούκια που είχα πάει και ήτανε με κάτι αλητάμπουρες. Σε λίγο θα κάνει παρέα και με τα παιδιά του γείτονα. -Δεν σου επιτρέπω να μιλάς ετσι για το παιδί μας, είπε η Κέλυ. Ακούς εκεί ο Χαρυ μου με τον γιο του χασάπη! Απαπαπα! ¶χου, πώς μου κάνανε έτσι το σαλόνι μου! Ευτυχώς που δεν πέσανε τα γυαλιά πάνω στο σκρίνιο. Σαν να είχαν συνεννοηθεί αποχώρησαν προς την κουζίνα για να πάρουν το πρωινό τους. Ο Γιάννος, όπως πάντα, είχε πάρει τις φρυγανιές και τις βούταγε με φοβερή μαεστρία μέσα στον βαρύ γλυκό του και κατόπιν έπαιρνε μια μικρή ρουφηξιά καφέ φροντίζοντας να ακουστεί δυνατά ο ήχος που έκανε ο αέρας περνώντας ανάμεσα από το φλυτζάνι και το πάνω χείλος του. -Ααααχ, έκανε, εκδηλώνοντας την ικανοποίησή του για το πρωινό του ρόφημα. -Καλέ, είναι ανάγκη να μάθει όλη η γειτονιά ότι πίνεις τον καφέ σου, είπε η Κέλυ. -Έτσι το φχαριστιέμαι. Η Κέλυ είχε βάλει μπροστά της ένα βαθύ πιάτο με Kellog’s All Bran και με ένα βαθύ κουτάλι της σούπας συναγωνιζόταν τον Γιάννο στο ρούφηγμα. -Τι είναι αυτά που τρως; Πίτουρα; Κότα είσαι; ρώτησε ειρωνικά ο Γιάννος -Αφού ξέρεις Γιάννο μου ότι είμαι δυσκοίλια, απάντησε απολογητικά η Κέλυ. -Να πάρεις τα πόδια σου και να πας στο μανάβη. -Θα πάρω τη Mercede. -Ξέχνα το. Θα πάω να την πλύνω, είπε ο Γιάννος και απομακρύνθηκε προς το γκαράζ, προετοιμασμένος για την απολαυστική τελετουργία που θα ακολουθούσε. Πήρε το ειδικό ματσούκι που είχε αγοράσει, το τοποθέτησε με προσοχή μπροστά στη μάνικα, τσίτωσε τη βρύση και άρχισε να βρέχει με προσοχή κάθε σημείο της πράσινης Μercedes 190 E 1.8. Κατόπιν πήρε το ειδικό σφουγγάρι για πλύσιμο, το παπάριασε με καθαριστικό-γυαλιστικό (δύο σε ένα) και άρχισε να σαπουνίζει πρώτα την οροφή, μετά το πορτ-μπαγκάζ, το καπώ, τις πόρτες και τέλος τα φτερά. Όχι τις ζάντες δεν τις ξέχασε, απλώς είχε άλλο γυαλιστικό γι αυτές. Τέλος ξέπλυνε τις σαπουνάδες με άφθονο νερό και πήρε το ειδικό δέρμα για να καθαρίσει τα τζάμια και τα πλαστικά. -Σιγά, θα το ξεβάψεις, ακούστηκε μια φωνή από πίσω του. Ήταν ο γείτονάς του, ο πιο μισητός άνθρωπος για τον Γιάννο. Από τότε που αγόρασε κι αυτός Mercedes 190 E πράσινη, του είχε μπει στη μύτη. -Δεν κοιτάς πως έκανε ο γιος σου το αμάξι, που το στούκαρε στα σίδερα Χαλανδρίου γυρνώντας από τα μπουζούκια; του πέταξε με κυνισμό ο Γιάννος ικανοποιημένος για το πλήγμα που επέφερε στον ανταγωνιστή του. -Τι είπες ρε μπακάλη! απάντησε ωμά ο γείτονας. Η μέρα ξεκινούσε με ένταση και δεν είχε ξυπνήσει ακόμα ο Χάρυ! (συνεχίζεται) Τάσος Τάσκαρης Γιώργος Μπενέκος |