|
ΝΥΓΜΑ
- Ιούλιος 2000
|
|
να ονειρεύεσαι...
σαν ευχη... δεν ηταν τοσο η ομιχλη που τον εμποδιζε να διακρινει τον δρομο, οσο το βαρος της αποφασης που τον βασανιζε. οταν, μικρος, καθοταν στην οχθη του ποταμου με μια πετρα στο χερι δεν του ηταν ευκολο να την πεταξει στο νερο... δεν ειχε ποτε δοκιμασει να νιωσει το νερο και δεν ηθελε να αποφασισει αβιαστα την τυχη της. Αν για τους αλλους ηταν απλως μια ακομα πετρα, μια απο τις εκατομμυρια πετρες που πατουσαν καθημερινα στις οχθες του ποταμου, για εκεινον ηταν μια σκεψη, μια αληθεια, ενα ονειρο και η αποφαση του ειχε μεγαλη σημασια. την κρατουσε στα δαχτυλα του παγωμενη και νεκρη μα την ενιωθε να ζεσταινεται, να παιρνει ζωη και ενεργεια απο τα χερια του. την κοιτουσε απλη, λεια, λαξευμενη απ'τον χρονο και απο τις συγκυριες, του εμοιαζε τελεια σαν ανατολη ανοιξιατικη κι ας ηταν παντα γκριζα. την χαζευε να γλυστραει μεσα στα δαχτυλα του και ενιωθε την δυναμη που αργοτερα θα αναζητουσε ματαια μακρυα της. προσπαθουσε τοτε να την σφιξει τοσο ωστε να σπασει, να του αποκαλυψει τα μυστικα της και να την κανει ετσι δικη του σκεψη, αληθεια και ονειρο. ολα ματαια. ποτε δεν καταφερε να την αποκτησει και ετσι ποτε δεν ενιωσε ικανος να την πεταξει στο νερο. παντοτε την αφηνε ιδρωμενη στην οχθη, πλαϊ σε αλλες σκεψεις, αληθειες η ονειρα που καποιοι θα πατουσαν χωρις καθολου να διστασουν. και παντοτε ενα δακρυ κυλουσε απο τα παιδικα του ματια χωρις ποτε να ξερει αν ειναι η αδυναμια η η ανασφαλεια που το γεννα. η γευση του αλλωστε ηταν η ιδια και με αυτη ξεδιψουσε καθε του αναγκη. κι ετσι εμαθε να εκτιμαει τα δακρυα του. μια μερα απο τις πρωτες ενος χρονου, ειχε βρεθει και παλι στην οχθη του ποταμου, καθισμενος κατω απο την σκια ενος γυμνου απο φυλλα δεντρου, γερικου και γκριζου, ριζωμενου σ'αυτη την θεση απο παντα. ενος δεντρου μαρτυρα της αιωνιοτητας και βουβου αφηγητη της ιστοριας. τα γυμνα κλαδια του, φορτωμενα σοφια αιωνων. δεν φοβηθηκε την δυνατη σαν αναγκη καταιγιδα που σχηματιζοταν απο πανω του. αν και γυμνο η σκια του δεν αφηνε κανενα περθωριο φοβου σε εκεινον που προστατευε. η σοφια του, λυση για ολα τα προβληματα. εκει περιμενε την καταιγιδα σαν να ηξερε πως θα αλλαζε τη ζωη του για παντα... φαινοταν να ξεκιναει απο μακρυα και να φτανει με μια δυναμη τοσο μεγαλη αλλα και τοσο ησυχη, σαν προσευχη μικρου παιδιου. η πρωτη σταγονα ελουσε μια πετρα ολοστρογγυλη και την εκανε σχεδον μαυρη λυτρωνοντας την απο τα γκριζα της χρωματα. χωρις δισταγμο την επιασε με τα δυο του δαχτυλα και ενιωσε το νερο να διαπερναει το δερμα του και να του βρεχει τα κοκκαλα. εκανε να του πεσει, εγινε βαρια, μα δεν αφησε να του φυγει. γνωριζε πως ηταν μοναδικη και δεν ηθελε να την χασει αναμεσα σε ολες τις αλλες πετρες, ολες μαυρες πια απο της βροχης το αγγιγμα. εκλεισε τα ματια και το χερι του για να της δωσει ενεργεια, μα εκεινη θρυματιστηκε και εγινε αμμος στη υγρη του παλαμη. αμμος που τον εκαιγε και οσο προσπαθουσε να ανοιξει το χερι του, εκεινο τοσο εμενε σφραγισμενο να διαβαζει τα μυστικα της. χωρις να καταλαβει αν το ηθελε πολυ η καθολου, τιναξε το χερι του προς το ποταμι, η αμμος σχηματισε ενα μικρο συννεφο στον αερα, μα πριν ουτε ενας κοκκος της να πεσει στο νερο, εγινε παλι πετρα ολοστρογγυλη και μαυρη, υγρη, σαν να μην ειχε σπασει ποτε. η προσευχη σταματησε και η πετρα επεσε στο νερο σχηματιζοντας ομοκεντρους κυκλους ,την ιδια στιγμη που μια σταγονα εβρεξε το παιδικο του προσωπο. ο,τι δεν ειχε ως τωρα δοκιμασει, του φανηκε υπεροχο, τον δροσιζε μα και τον ζεσταινε, ειχε επιτελους το δικο του ονειρο. εψαξε γυρω του να βρει κι αλλη μια ομοια πετρα μα ματαια. ολες ηταν διαφορετικα ομορφες μα καμια σαν τη δικη του. "σκεψη, αληθεια, ονειρο", σκεφτηκε και αφησε να κυλησει ξανα ενα δακρυ. μα τωρα ηξερε πως ηταν η χαρα που το γεννησε και ονομασε το ονειρο Αγαπη. κοιταξε το ποταμι και αγγιξε με το δαχτυλο του τη σταγονα στο προσωπο του. προσπαθησε να την αισθανθει παντου μα εκεινη στεγνωσε αμεσως. ηταν ενα ονειρο δυσκολο οσο και υπεροχο. σκεφτηκε πως αξιζει να κοπιασει κανεις για κατι τοσο μαγικο και ορκισθηκε στον εαυτο του και στην Αγαπη του να βρει ξανα την πετρα και να την ζησει με οση δυναμη του ειχε δωσει η ζωη και με οση θα του εδινε ακομα. ηξερε πως το ποταμι ηταν γεματο πετρες μα την δικη του μονο εκεινος θα την γνωριζε. ετσι απλα, με μονο ενα αγγιγμα να του τη θυμιζει και εκεινη την προτογνωρη αισθηση ανακατεμενης δυναμης, φοβου, σιγουριας και ευθυνης, περπατησε στο μονοπατι της μεγαλης του αναζητησης. απο τα πρωτα βηματα καταλαβε πως κουραση δεν θα νιωθε ποτε σε αυτη τη περιπλανηση. και συνεχισε...
σαν αληθεια... εκεινος ακουγε την καρδια του και οι νυχτες περνουσαν... εφερε στο μυαλο του το δεντρο, την προσευχη της καταιγιδας, τα βρεγμενα του κοκκαλα, την πολυτιμη πετρα του. ενιωθε να παρακολουθουν τις σκεψεις του παρακολουθουσαν δυο ματια και ενα γλυκο χαμογελο. δυο ματια ικανα να σε ξεδιψασουν απο τη διψα της πιο καυτης αυγουστιατικης μερας και ενα χαμογελο που οι λεξεις φαινονταν ανικανες να το περιγραψουν. δυο ματια που τον κοιτουσαν και τον ζαλιζαν σαν αποκοσμης μελωδιας ακουσμα και ενα χαμογελο λουσμενο με την αθωοτητα μικρου παιδιου. δυο ματια που τον εκαναν δυνατο μα και τον φοβιζαν , σαν να αντικρυζε ξανα μετα απο καιρο την χαμενη του ελευθερια και ενα χαμογελο που ειχε την λαμψη της πιο απαγορευμενης αμαρτιας. προσπαθησε να αναγνωρισει σε πιο προσωπο ανηκαν μα τιποτα δεν του θυμισαν. και ηταν πια σιγουρος πως φαντασια τα ειχε πλασει ολα, δεν ηταν αλλωστε ικανος ο ηλιος να φωτισει τετοιο προσωπο χωρις να σβυσει ο ιδιος απο ντροπη και φθονο. μονο μια νυχτα θα μπορουσε να αποκαλυψει τετοια λαμψη. μια νυχτα που το φεγγαρι δεν θα ειχε τη γνωστη του χλωμη του οψη. θα αστραφτε σαν διαμαντιου αντανακλαση στο σκουρο πεπλο του ουρανου, ενοχο που θα ειχε κλεψει μια σταλα μονο απο εκεινου του χαμογελου το φως. στα εικοσιενα του και του ηταν δυσκολο να αρνηθει ακομα και σε μια προσκληση γεννεθλιων... ηταν ακομα απογευμα, η μερα ηταν ακεφη οπως και εκεινος. απο το σαλονι καποιες νοτες συνοδευαν εναν στιχο που μιλουσε για ανοητα φιλια και λογια ψευτικα. κατι του θυμισε. μα μολις χθες ηταν πρωτοχρονια και σαν απο καποια βουβη και αορατη υποχρεωση, οι ανθρωποι παιρνουν αποφασεις τετοιες μερες. μεχρι η ιδια υποχρεωση να βαλει στη θεση τους αλλες... καθε χρονο ο ιδιος ματαιος κυκλος. υπογεια υποχρεωμενοι να αντικαθιστουν τις αθετημενες υποσχεσεις που οι ιδιοι εδωσαν στους εαυτους τους, με αλλες που θα αθετησουν στον χρονο που ξεκιναει... πλησιασε το προσωπο του στο παραθυρο. η ανασα του θαμπωσε τη βροχερη θεα και η πολη εμοιασε θολη και αγνωστη. ανεπνευσε ξανα και ξανα και καθε φορα η ζωη πισω απο το τζαμι εμοιαζε διαφορετικη ισως καλυτερη. πισω απο τα βουνα των σκεψεων ανετελε η σεληνη ασυνηθιστα λαμπερη. οταν λιγες ωρες αργοτερα κοιταζε τον καθρεφτη πριν ξεκινησει την νυχτα, αντικρυσε μια μαυρη φιγουρα. ξενη μα και οικεια, του φανηκε σαν να θελει να τον αγκαλιασει. τα ματια του ελαμψαν σαν τα φωτακια του χριστουγεννιατικου δεντρου και ενα χαμογελο δειλο ομορφαινε την εικονα του προσωπου του. εκλεισε την πορτα με ενα περιεργο συναισθημα για τη νυχτα που αρχιζε. οι δρομοι ηταν υγροι απο την βροχη που επεφτε βαρετη και υπεροχη. καπου ειχε σχηματιστει μια μικρη λιμνη βροχινου νερου και μεσα της καθρεφτιζοταν η σεληνη... λαμπερη και ενοχη. φιλησε την κοπελα που σημερα εκλεινε τα 16 και καθησε πινοντας ενα ποτηρι vodka. η γιορτη ηταν οπως την ειχε φανταστει, μελαγχολικη σαν φθινοπωρινη νυχτα και ας ηταν χειμωνας. κοριτσιστικες κυριως παρεες στριμωγμενες σε δυο καναπεδες συζητουσαν πραγματα που τον αφηναν αδιαφορο. μια συντροφια αγοριων διαφωνουσε για τη μουσικη που ακουγοταν ενω εκεινος επινε παρατηρωντας τη βροχη να παρασερνει σκεψεις, αληθειες και ονειρα... γελια και φωνες διεκοψαν τις σκεψεις του. γυρισε, κοιταξε προς την πορτα και απο εκεινη τη στιγμη η ζωη του αλλαξε. ετσι απλα. την ακολουθησε με την ματια του, την ειδε να στριμωχνεται και αυτη σε μια παρεα, την ακουσε να ευχεται χρονια πολλα , ζηλεψε τα ματια που την κοιτουσαν και τα χειλη που της μιλουσαν. ενιωσε πως μια σταγονα βροχης διαπερασε τους τοιχους και επεσε στο προσωπο του. καταλαβε γιατι ηταν ενοχη η σεληνη και το ονειρο του απεκτησε εικονα που θελησε να ζησει. την εικονα της.
σαν ελπιδα... απο εκεινη τη στιγμη οι εικονες του ειχαν τη μορφη της, οι ηχοι του την χροια της φωνης της και οι μυρωδιες του το αρωμα της. την εφερνε στο μυαλο του και οι σκεψεις του εμοιαζαν με ουρανιο τοξο. απο οπου κι αν ξεκινουσαν, κατεληγαν σε ενα σημειο που μονο στα ονειρα του μπορουσε να φτασει. ενιωσε την αναγκη να της μιλησει, να της πει τι νιωθει , να της εξηγησει πως ειχαν ομορφυνει οι μερες του απο την ωρα που βρεθηκε διπλα της και πως καθε στιγμη του της ανηκε. ηθελε να της πει πως ανεσαινε με την πνοη της και πως μονο η φωνη της μπορουσε να τον ηρεμησει απο την καταιγιδα των ματαιων σκεψεων. ηθελε να της πει πως ενιωθε ο πιο τυχερος ανθρωπος και πως καθε του πραξη ειναι ενα βουβο, σιωπηλο "ευχαριστω" στην υπαρξη της. ηθελε να της πει πως καθε της βλεμα ηταν σαν μια ανατολη και πως το χαμογελο της, του κρατουσε συντροφια πολυτιμη τις νυχτες που διχως υπνο την ονειρευοταν. ηθελε να της πει πως ηταν ο,τι πιο ομορφο ειχε αντικρυσει και ο,τι πιο υπεροχο του ειχε συμβει. τιποτα απο ολα αυτα δεν του φανηκε αρκετο για να περιγραψει τι ενιωθε. της ειπε μονο πως την αγαπα. φανταζοταν πως το αγγιγμα της ηταν ιδιο με εκεινη την αισθηση ανακατεμενης δυναμης, φοβου, σιγουριας και ευθυνης που ειχε γνωρισει στο ποταμι. ζουσε με την ελπιδα να πιστεψει και εκεινη την αγαπη του. και οταν για πρωτη φορα την αγγιξε, καταλαβε πως ειχε δικιο. το αγγιγμα της ηταν ολα οσα ειχε φανταστει και κατι ακομα. ηταν μια αυρα ηρεμιας και γαληνης που τον κυριευε ως το τελευταιο κυτταρο της υπαρξης του. καθε φορα που οι φωνες των ανθρωπων γινονταν κουραστικες και οι σκιες του παρελθοντος εμοιαζαν να τον πνιγουν, εκεινος εκλεινε τα ματια του και την αντικρυζε. τοτε ολα γινονταν φως και ο ερωτας γεμιζε με λευκα τριανταφυλα τις σκεψεις του. ετσι, με τα ματια του κλειστα και με τη μορφη της να σχηματιζει του μελλοντος τις αναμνησεις, ενιωθε ευτυχισμενος για πρωτη φορα. η ζωη του ηταν εκεινη και ηλπιζε μονο να το γνωριζει. μια μερα τον ξυπνησε ενας ηλιος, λευκος σαν χαδι ερωτικο. ετσι τον χαϊδεψε και τον εβγαλε απο τον υπνο του για να ζησει λιγες στιγμες μαγειας. περπατησε στο βρεγμενο χωμα και βρεθηκε Σε καποια παραλια. η μυρωδια ηταν ιδια με εκεινη της ελπιδας και ο ηχος της βροχης συνεθετε αρμονιες που μονο η καρδια που αγαπα μπορουσε να ακουσει. οι σταγονες επεφταν στη θαλασσα και η υδατινη μαζα εμοιαζε να δονειται σε εναν ρυθμο – παλμο καρδιας. μικρα, δικα της χαμογελα σχηματιστηκαν απο γκριζα συννεφα και εκρυψαν τον καταλευκο ηλιο. η βροχη, ολο και πιο δυνατη σχηματιζε τωρα κυματα που χορευαν μπροστα του καποιον χορο μαγικο. μαζι με τις σταγονες, τωρα επεφταν και λευκα ροδοπεταλα , ακουμπουσαν στη θαλασσα και φυτρωναν τριανταφυλιες υπεροχες που εφθαναν και ακουμπουσαν τα συννεφα – χαμογελα. ξαφνικα τα χαμογελα εξαφανιστηκαν και ο ηλιος προβαλε ξανα καταλευκος. εκεινος τον κοιταξε επιμονα μεχρι που τα ματια του δακρυσαν και καηκαν. και τοτε ακομα συνεχισε να τον κοιταει. τα δακρυα κυλουσαν στο προσωπο του, επεφταν στο χωμα και γινονταν σταχτη. τα συννεφα ξαναχαμογελασαν και εκεινος σταματησε να δακρυζει. ενα δικο του χαμογελο σχηματιστηκε και εκανε τις σταχτες ελπιδες. δεν υπηρχε τιποτα αλλο.
σαν το τελος... δεν ηταν τοσο η ομιχλη που τον εμποδιζε να διακρινει τον δρομο, οσο το βαρος της αποφασης που τον βασανιζε. δεν ηταν ευκολο να σκοτωσει ο,τι τον κρατουσε ζωντανο. δεν του ηταν ευκολο να σκοτωσει τις ελπιδες. μα ισως επρεπε... "επρεπε", για πρωτη φορα. τα βηματα του τον οδηγησαν στο σπιτι, ενω στον ουρανο η ομιχλη ειχε δωσει τη θεση της σε μια δυνατη βροχη. ισως για να ξεκαθαρισει τις σκεψεις του. μπηκε στο αυτοκινητο, οδηγησε στη βροχη. Καποιοι στιχοι του κρατησαν συντροφια στο ταξειδι. "...Don't
whisper love and dream of wedding bells
Don't do all the talking, let love speak up itself Let love speak up itself..." οδηγησε αρκετα. οι σκεψεις του ωριμασαν και εγιναν αποφασεις. αν ηταν να δωσει τελος σε κατι αυτο δεν θα μπορουσε να ειναι η ελπιδα. εκεινη θα ζουσε για παντα. ποια η διαφορα αλλωστε... η πνοη του ηταν κοφτη, μπορουσε να την ακουσει. οι εικονες γινονταν ολο και πιο γκριζες. ο δρομος του φανηκε μια ατελειωτη ευθεια προς την λυτρωση. χαμογελασε με την σκεψη πως δεν θα υπηρχε κανεις για να τον θυμηθει η να τον ξεχασει... οι φιλοι του δεν θα δακρυζαν, οπως ακριβως ειχαν υποσχεθει μια νυχτα γεματη αληθεια. το αυτοκινητο χτυπησε πρωτα στα βραχια πριν καταληξει στη θαλασσα που φωτιζοταν απο ενα φεγγαρι ασυνηθιστα λαμπερο. βυθιζοταν αργα μεσα σε αλμυρο νερο και αιμα. Μαζι του βυθιζονταν σκεψεις, αληθειες, ονειρα και καποιες δικες του λεξεις...: "Και αν όλα κάποτε γίνουν φως ποιος θα μπορέσει τάχα να το αντέξει χωρίς να κλείσει τα μάτια στο χθες και το σκοτάδι του; Σαν ένα κύμα απο αλήθεια θα πνίξει το άυριο κάθε χθεσινό ψέμα και θα χαθεί και θα έρθει άλλο αύριο με νέες αλήθειες... Ποιος θα αντέξει το αυριανό κύμα; Ένα μικρό παιδί κλαίει στο πεζοδρόμιο για όσα δεν έζησε στα λίγα χρόνια που πέρασαν, μα δεν τελειώνει η ζωή του, θα έρθουν και άλλα χρόνια, μισά, γεμάτα με χαμένα όνειρα και ελπίδες ανεκπλήρωτες... Ποιος θα τα αντέξει αυτά τα χρόνια; Μια Μάνα ξέχασε να μεγαλώσει τα παιδιά της και έγιναν ευτυχισμένα... Μα έγιναν και αυτά Μάνες και Πατέρες και δεν ξέχασαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους στη δυστυχία, και εκείνα πως θα αντέξουν να ξεχάσουν να μεγαλώσουν τα δικά τους παιδιά; Ήρθε η στιγμή- Και εγώ πώς θα αντέξω το όχι σου;"
σαν κατι για να θυμασαι... ποτε δεν του αρεσε το λιγο, ποτε δεν ηταν ικανοποιημενος με το μετριο. δεν αντεχε στον συμβιβασμο και δεν θα μπορουσε να ζησει χωρις αυτο που αγαπησε. κι αν ζουσε, θα ηταν για καποιους που ισως να τον αγαπησαν και ισως να δακρυζαν... και ας μην το ηθελε. μα το αντιο ηταν εκκοφαντικα βουβο. και δεν το ακουσε κανεις. Πάνος Σινανίδης
|