|
ΝΥΓΜΑ
- 20 Σεπτεμβρίου 2000
|
|
Ο Λένιν στο Παρίσι (Ερωτική κωμωδία)
«Ε, ξέρεις τώρα», είπε, «εσύ ήσουνα στο μπαρ και δεν έβλεπες αλλά εγώ χόρευα μ’ εκείνον τον τύπο. Χορεύαμε σφιχταγκαλιασμένοι, όμως δεν πήγα σπίτι του γιατί ήξερε πως ήμουνα μαζί σου». «Υπόχρεος», είπα. (Aπό το ποίημα: «Ο Κόμματος», του Τσαρλς Μπουκόφσκι) Πίναμε καφέ σε μια καινούργια, σχετικά άγνωστη ακόμα καφετέρια, για να μειώσουμε τις πιθανότητες να μας πάρει μάτι κάποιος γνωστός. -Το ανέκδοτο για τον Λένιν στο Παρίσι το ξέρεις; τη ρώτησα. -Όχι, για πες. -Λοιπόν, είναι ένας πάμπλουτος, κομμουνιστής υποτίθεται… -Έχουν εμφανιστεί κάμποσοι τέτοιοι, εσχάτως. -Μη διακόπτεις, σιχαίνομαι να μου χαλάνε τα ανέκδοτα. -Συγνώμη, προχώρα. -Είναι, που λες, ένας πάμπλουτος, κομμουνιστής υποτίθεται, Ρώσος, ο οποίος έχει μανία να συλλέξει όσα αντικείμενα έχουν σχέση με τον αγαπημένο του Λένιν, πολύτιμα και άχρηστα, δεν τον ενδιαφέρει, αρκεί να τα έχει όλα. Μετά από πολυετείς προσπάθειες και τεράστια έξοδα, πιστεύει ότι τα έχει καταφέρει. Έχει στη συλλογή του πανάκριβα και δυσεύρετα κομμάτια· χειρόγραφα του Λένιν με την υπογραφή του, προσωπογραφίες του παραγγελμένες από τον ίδιο με αφιερώσεις μεγάλων καλλιτεχνών της εποχής, ρολόγια, βιβλία, αλλά και κάθε λογής αηδίες από την καθημερινή ζωή του ειδώλου του, μαντίλια, βούρτσες, σώβρακα, ότι μπορείς να φανταστείς. Αποφασίζει λοιπόν να τα εκθέσει, και στα εγκαίνια της έκθεσης εμφανίζεται μ’ ένα τεράστιο θριαμβευτικό χαμόγελο, παρατηρώντας την κοσμοσυρροή. Ξαφνικά, ένας άγνωστος τον πλησιάζει, τον συγχαίρει και του λέει: «Θαυμάσια η συλλογή σας, αλλά δυστυχώς δεν είναι πλήρης, σας λείπει ένας πίνακας». Θορυβημένος ο συλλέκτης τον ρωτάει: «Μα πώς, είστε σίγουρος, ποιος είναι αυτός ο πίνακας, πού βρίσκεται;». «Ο πίνακας λέγεται: ‘‘Ο Λένιν στο Παρίσι’’, και βρίσκεται στα χέρια ενός βουδιστή καλόγερου στο Θιβέτ», του απαντάει ο άγνωστος. Σκασμένος από το κακό του, ο φίλος μας παρατάει όλες τις δουλειές του, αφήνει κάποιον στο πόδι του στην έκθεση, παίρνει δρόμους και βουνά και να’ τος στο Θιβέτ, μες την έρημο, να ψάχνει να βρει τον καλόγερο. Με τα πολλά τον βρίσκει, τον ρωτάει με αγωνία για τον πίνακα, του λέει ο καλόγερος πως πράγματι τον έχει, πηγαίνουν στο κελί του καλόγερου όπου ο πίνακας είναι αμπαλαρισμένος σε ειδική συσκευασία, τον πληρώνει όσο-όσο ο συλλέκτης και φεύγει, χωρίς ν’ ανοίξει καν τον πίνακα, για να μη χάσει καθόλου χρόνο και να προλάβει να τον εμφανίσει το συντομότερο στην έκθεση. Φθάνοντας όμως στη Μόσχα, μες την καλή χαρά, ανοίγει τον πίνακα και τι να δει; Μια γυναίκα κι ένας άντρας, γυμνοί πάνω σ’ ένα κρεβάτι, πηδιούνται. Ο άντρας δε, δεν μοιάζει ούτε κατ’ ελάχιστο στον Λένιν. Λυσσάει ο τύπος, βάζει μπρος ξανά χωρίς να λογαριάσει μες την τσαντίλα του την απόσταση, πάλι δρόμοι, πάλι έρημος, και φτάνει πίσω στο Θιβέτ, καταταλαιπωρημένος από το δεύτερο συνεχόμενο ταξίδι. Ψάχνει, βρίσκει πάλι τον καλόγερο, τον πιάνει από το γιακά και του φωνάζει: «Βρε μπαγαπόντη, δεν ντρέπεσαι, καλόγερος άνθρωπος, τι είναι αυτό που μου πούλησες;» «Μα, ο πίνακας που μου ζητήσατε», απαντάει εν πλήρη αγαθότητα ο καλόγερος. «Και τι παριστάνει αυτός ο πίνακας;». «Τη γυναίκα του Λένιν να κάνει έρωτα με τον καλύτερό του φίλο». «Κι ο Λένιν πού είναι;». «Στο Παρίσι, φυσικά». Η Λένα ξεκαρδίστηκε στα γέλια, παρόλο που δεν ήταν σπουδαίο ανέκδοτο. Άλλοι το έβρισκαν συμπαθητικό, άλλοι γελούσαν ελάχιστα γιατί το έβρισκαν μεγάλο και τους κούραζε στην πορεία, κανείς όμως δεν το θεωρούσε καταπληκτικό. Ούτε κι εγώ. Αυτή όμως ξεκαρδίστηκε. Δεν αποκλείεται να της άρεσε πολύ, αλλά το πιθανότερο είναι πως ήθελε να με κάνει να νιώσω καλά. Αυτό ήταν που μου άρεσε πολύ πάνω της. Έδινε πάντα πολλή σημασία σε ό,τι της έλεγα και με έκανε να νιώθω σημαντικός, εκμηδενίζοντας έτσι την απόσταση που δημιουργούσε από μόνη της η διαφορά ηλικίας μας. Μ’ έκανε να νιώθω πως δεν με ήθελε μόνο για το κρεβάτι (ή τον καναπέ, ή το πάτωμα, ή τέλος πάντων όπου αλλού είχε όρεξη να το κάνουμε). Ήμουν δεκαεννιά χρονών κι ήταν τριανταέξι. Κι επιπλέον ήταν τον προηγούμενο χρόνο η καθηγήτριά μου στα Αρχαία στο φροντιστήριο. Μεγάλη μπερδεψοδουλειά, δηλαδή. Από το Γενάρη της προηγούμενης χρονιάς, οπότε τα φτιάξαμε, ήμασταν αναγκασμένοι να παίζουμε κρυφτούλι για να μην πάρει κανείς χαμπάρι τι συνέβαινε. Μόνο αφού τελείωσαν οι πανελλήνιες καταφέραμε να νιώσουμε άνετα, πηγαίνοντας για πέντε μέρες στη Γαύδο, δήθεν «με φίλους», για τα μάτια του κόσμου, και οι δύο. Δεν ήταν η πιο glamorous δυνατή διαμονή, αλλά ήταν ήρεμη, όμορφη, μέσα στη φύση, και προπάντων ερημική. Ζήτημα να υπήρχαν άλλοι δέκα τουρίστες εκείνες τις μέρες στο νησί. Περάσαμε τόσο όμορφα στο «ξενοδοχείον τ’ αστέρια» που έλεγε κι ο Παπαμιχαήλ σε κάποια -πού να θυμάμαι ποια- από τις αμέτρητες ταινίες με την Αλίκη, ώστε δεν το παίρναμε με τίποτα απόφαση να φύγουμε. Την έβρισκα πολύ όμορφη. Παρόλο που το πρόσωπό της είχε αρχίσει να χάνει την τρυφερή στιλπνότητα που μέχρι πρόσφατα διατηρούσε λες κι ήταν εικοσάρα, το σώμα της ήταν ιδανικό, δεν ήξερες τι να πρωτοχαϊδέψεις. Τα ψηλά πόδια της, το ακόμα πολύ στητό χάρη στη γυμναστική στήθος της... χανόμουν. Ειδικά ο κώλος της, ήταν ένα καμπυλωτό αριστούργημα. Όχι πως είχα προλάβει να θαυμάσω εκ του σύνεγγυς πολλούς κώλους στα δεκαεννιά μου, αλλά το καλό πράγμα ξεχωρίζει, δε χρειάζεται πολλές συγκρίσεις για ν’ αναδειχθεί. Kάθε της μικρή κίνηση, κάθε μικρή χειρονομία ή νεύμα είχε ερωτικό αντίκτυπο μέσα μου. Σίγουρα μ’ απογείωνε και το ότι μια μεγαλύτερη όμορφη γυναίκα με προτιμούσε. Άλλο τώρα να σε κυνηγάει το κάθε κοριτσάκι-συμμαθήτριά σου, κι άλλο να σε θέλει η Λένα. Στις πανελλήνιες, βέβαια, έκανα μια τρύπα στο νερό. Έγραψα χάλια, και τα μόρια που πήρα για τις διακρίσεις της ομάδας μου στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα νέων στο πόλο δεν έφταναν από μόνα τους για να μπω όχι στη δημοσιογραφία της Παντείου -είχα και υψηλούς στόχους, πανάθεμά με- αλλά ούτε καν σε κάποιο ΤΕΙ της προκοπής. Για μένα ήταν αναμενόμενη η αποτυχία, αφού είχα περάσει τη μισή χρονιά σε προπονήσεις και αγώνες με την ομάδα. Πού χρόνος για να «στρώσω κώλο για διάβασμα» όπως έκραζε καθημερινά η μάνα μου στο σπίτι.. Δεν μου κόστισε καθόλου η αποτυχία, αντίθετα χάρηκα. Θα έμενα κοντά στη Λένα άλλον ένα χρόνο, ποιος τη χάρη μου. Το μόνο άσχημο στην όλη ιστορία ήταν πως, παρόλο που δε με δίδασκε πλέον, αφού έκανα ιδιαίτερα στα Αρχαία, ήμασταν αναγκασμένοι -λόγω της νοοτροπίας των ανθρώπων της επαρχίας- να παραμένουμε πολύ προσεκτικοί στις ελάχιστες εξόδους μας και μέχρι αηδίας φειδωλοί στις δημόσιες ανταλλαγές τρυφερών χειρονομιών, γεγονός ιδιαίτερα οδυνηρό για μένα που δεν είχα ούτε ήθελα να έχω μεγάλο έλεγχο στις ορμές μου. Όμως αν μαθευόταν το οτιδήποτε η Λένα θα έπρεπε να αλλάξει νομό, τουλάχιστον, για να ξαναβρεί δουλειά, και δεχόμουν την κατάσταση για να μην κινδυνεύσει. Αναγκαστικά περνούσαμε τον περισσότερο χρόνο μας μαζί στο σπίτι της, όπου, αφού έπαιρνα χίλιες προφυλάξεις για να μπω χωρίς να δώσω στόχο, ήμασταν έπειτα ανενόχλητοι από τα αδιάκριτα μάτια του κάθε περίεργου. Ένα απόγευμα, αφού είχα εκπληρώσει για τρίτη φορά με απόλυτη επιτυχία τα καθήκοντά μου όπως φανέρωναν οι όλο και δυνατότερες ηδονικές κραυγές της (πάλι καλά που το σπίτι είχε ηχομόνωση από τον προηγούμενο ένοικο που ήταν αποτυχημένος, αλλά μεγαλοεισοδηματίας, τραγουδοποιός), και ένιωθα εξ’ αυτού να πατάω λίγο καλύτερα στα πόδια μου, τόλμησα να κάνω μια ερώτηση που με βασάνιζε πολύ αλλά μέχρι τότε δεν κατάφερνα να την βγάλω από μέσα μου. Έχω παρατηρήσει πως δε συμβαίνει μόνο σ’ εμένα αυτό, όλοι φοβόμαστε πως μπορούμε με κάποια δύσκολη ερώτηση που θα κάνουμε να βάλουμε ιδέες στον άλλο, στον ερωτώμενο, ώστε να κάνει ασύμφορα για μας πράγματα, λες κι ο άλλος είναι ηλίθιος και άβουλος και δεν έχει ήδη σκεφτεί όσα απασχολούν κι εμάς, και πρέπει εμείς να σκεφτόμαστε για δύο. Παρά το φόβο μου όμως, εκείνο το απόγευμα το ξεστόμισα: - Θα μου λύσεις μία ζόρικη απορία; - Αν μπορώ. - Γιατί μια όμορφη γυναίκα στα τριανταέξι της, όταν μπορεί να έχει περίπου όποιον συνομήλικο ή μεγαλύτερό της θέλει, προτιμά εμένα; Στην αρχή χαμογέλασε, μετά σοβάρεψε απότομα. - Ξέρεις, βαριέμαι πολύ εύκολα τους ανθρώπους. Ειδικά οι τριάντα-και-κάτι, όπως και οι σαραντάρηδες, είναι οι πλέον ανυπόφοροι, όλοι τους γεμάτοι άγχη και προβλήματα και όλο σκέφτονται τη δουλειά τους, ενώ ταυτόχρονα έχουν και ατελείωτες παράλογες απαιτήσεις. Μετά από ένα μήνα σχέση, ενώ δεν έχουν μάθει καλά-καλά πώς πίνεις τον καφέ σου, θέλουν να γίνεις η γυναίκα των ονείρων τους, και μετά από λίγο ακόμα καιρό δεν το θέλουν απλώς, το απαιτούν. Δεν με ενδιαφέρει κανένας τέτοιος δεσμός και δεν καίγομαι καθόλου να κάνω οικογένεια, μου περισσεύουν τα παιδιά στο φροντιστήριο, το μόνο που θέλω είναι να νιώθω όμορφα και να περνάω όσο καλύτερα μπορώ. Εσύ είσαι έξυπνος, έχεις πλάκα, είσαι προσγειωμένος όσον αφορά τη σχέση μας, είσαι πανέμορφος, πηδάς καλά και με τις ώρες, τι άλλο να ζητήσω; Ξέχνα τη διαφορά ηλικίας, ο ένας χρόνος μαζί σου είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια σχέση μου την τελευταία πενταετία και εξακολουθούμε να περνάμε φίνα, αυτό μετράει. Είσαι ένα πολύ ξεχωριστό κεφάλαιο στη ζωή μου. Με φίλησε και έβγαλα το σκασμό, ικανοποιημένος. Δυο μήνες μετά, αρχές άνοιξης, επέστρεψα βράδυ με την ομάδα από κάποιον αγώνα στη Θεσσαλονίκη. Την είχα πεθυμήσει πολύ τις τρεις μέρες που έλειπα, κι έτσι βρήκα μια δικαιολογία στη μάνα μου -τάχα μου θα διάβαζα με παρέα- και την κοπάνησα απ’ το σπίτι, πήγα να της κάνω έκπληξη. Δεν ήξερε ότι βρισκόμουν στην πόλη, νόμιζε ότι θα ήμουν πίσω το επόμενο πρωί, έτσι της είχα πει στο τηλέφωνο για να την ξαφνιάσω μόλις μ’ έβλεπε μπροστά της. Το είχα ξανακάνει, να σκαρφαλώσω στη μηλιά του κήπου της κι από κει να πεταχτώ στη βεράντα της ως Ταρζάν, και είχε θυμώσει πολύ, μου είχε τονίσει πως δεν της άρεσαν καθόλου οι εκπλήξεις, γιατί ποτέ δεν της έβγαιναν σε καλό. Μέσα στον ενθουσιασμό μου όμως για την ιδέα μου να πάω να τη βρω αγνόησα εντελώς την προειδοποίησή της, καθώς ήμουν απόλυτα βέβαιος ότι η χαρά της θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον εκνευρισμό της επειδή την παράκουσα. Εκτέλεσα αθόρυβα και με απόλυτη ακρίβεια το δύσκολο ακροβατικό μου νούμερο, αφίχθηκα εναερίως στο μπαλκόνι του δωματίου της, και προχώρησα προς την μπαλκονόπορτα σκεπτόμενος πως ίσως να είχα μπροστά μου ένα λαμπρό μέλλον στο τσίρκο ως ακροβάτης. Το επιστέγασμα της εντυπωσιακής μου προσπάθειας δεν ήταν το αναμενόμενο. Έγειρα ελαφρά την πόρτα και κίνησα να μπω μέσα, όταν την είδα. Ή μάλλον όταν τους είδα. Η Λένα πηδιόταν με κάποιον, εκεί, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Κοκάλωσα. Δεν με έβλεπαν, γιατί δεν είχα κάνει ούτε μισό βήμα καλά-καλά μέσα και το δωμάτιο είχε ελάχιστο φως κι αυτό έπεφτε όλο πάνω τους, αλλά εγώ έβλεπα τα πάντα. Για την ακρίβεια, σχεδόν τα πάντα, γιατί αρχικά δεν μπορούσα να διακρίνω ποιος ήταν ο καινούργιος τυχερός. Ή μήπως δεν ήταν καινούργιος; Πόσο καιρό μπορεί να κρατούσε η κοροϊδία της; Ήμουν έτοιμος να μπουκάρω και να κάνω το δωμάτιο γης μαδιάμ και τους δυο τους τόπι στο ξύλο, όταν επιτέλους εδέησε η Λένα, που βρισκόταν από πάνω του και είχε τον κήπο της Εδέμ πάνω στο κεφάλι του, να κατέβει πιο χαμηλά για να του ανταποδώσει τα ίσα. Έτσι τον είδα. Οι ευχάριστες εκπλήξεις ακολουθούσαν η μία την άλλη. Ήταν ο Μάκης, ο φίλος μου από την ομάδα, ένα χρόνο μικρότερός μου και επίσης μαθητής της, που δεν είχε ακολουθήσει την αποστολή στη Θεσσαλονίκη λόγω πόνων στη μέση. Πόνοι στη μέση, η πιο παλιά και καλή δικαιολογία για λούφα, δεν μπορεί κανείς γιατρός να διαγνώσει αν λες αλήθεια. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, στα πέντε λεπτά περίπου που μαζοχιστικά τους παρακολουθούσα, ο Μάκης ήταν συνεχώς από κάτω, οπότε δεν αποκλείω να έλεγε αλήθεια το παιδί και να υπέφερε από τη μέση του, μη τον βγάλω και ψεύτη επειδή μου πήρε κάτι που ποτέ ίσως δεν ήταν δικό μου. Η αναγνώριση του αντίζηλου επέδρασε πολύ περίεργα μέσα μου, η οργή μου μετατράπηκε σ’ ένα υστερικό χαμόγελο σαν του Νίκολσον στο Μπάτμαν, μου φαινόταν απίστευτο από μόνο του αυτό που συνέβαινε και δυο φορές πιο απίστευτο επειδή συνέβαινε σε μένα. Με το κεφάλι μου καζάνι, αποφάσισα πως το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να εγκαταλείψω τα βίαια σχέδιά μου και να φύγω πάλι δια της μηλιάς. Προσγειώθηκα στον κήπο της και καθώς έφευγα σκέφτηκα γι’ άλλη μία φορά πως ίσως να είχα ένα λαμπρό μέλλον στο τσίρκο. Ως κλόουν. Το επόμενο πρωί, επειδή γνώριζα πως είχε δουλειά στο φροντιστήριο, πέρασα από το σπίτι της κι έριξα κάτω απ’ την πόρτα ένα πολύ σύντομο σημείωμα. Δεν ήθελα να τη δω, φοβόμουν πως το χαμόγελο που είχε κολλήσει πάνω στη φάτσα μου σαν βδέλλα θα έδινε τη θέση του σε ανεξέλεγκτα νεύρα, αν μιλούσαμε. Το μόνο που ήθελα πλέον ήταν να νιώσει άσχημα διαβάζοντας τις λίγες, αξιοπρεπώς οργισμένες, κουβέντες μου. «Το ανέκδοτο με τον κερατά τον Λένιν στο Παρίσι ούτε καν προσεγγίζει σε γέλιο αυτό με τον κερατά το Γιώργο στη Θεσσαλονίκη. Σας είδα χθες. Βλέπεις; Στο κέρατο οποιοδήποτε όνομα, όσο βαρύ κι αν είναι, μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε άλλο, είναι ισοπεδωτική η μοίρα των κερατάδων. Προφανώς ο ένας χρόνος ήταν το άνω όριό σου για να βαρεθείς κι εμένα. Βέβαια, μάλλον γρήγορα τα κλείνεις εσύ τα κεφάλαια της ζωής σου, αλλά δικαίωμά σου. Ευχαριστώ για τις αναμνήσεις, και σου εύχομαι με το καλό και με δεκαπεντάχρονα αγοράκια». Μου τηλεφώνησε δυο-τρεις φορές, αλλά έβαζα τη μάνα μου ν’ απαντάει ότι λείπω. «Μια παλιά συμμαθήτρια που μ’ ενοχλεί, μάνα» της είπα και καθάρισα, ανέλαβε αυτή από κει και πέρα να διασφαλίσει την αδιατάρακτη μελέτη μου αποπαίρνοντας την ενοχλητική. Για τη μάνα μου, όπως καταλαβαίνετε, κάθε δεσμός εκείνη την εποχή σήμαινε αύξηση της πιθανότητας δεύτερης αποτυχίας, κι αυτό δεν θα το άντεχε ο εγωισμός της, μια και τα παιδιά της γειτόνισσας είχαν μπει και τα δύο με την πρώτη και συνιστούσαν το αντίπαλον δέος που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει η οικογένειά μας -δηλαδή εγώ- μ’ επιτυχία. Δεν την ξαναείδα για πολύ καιρό. Έκοψα κι απ’ την ομάδα, όχι τόσο επειδή πλησίαζαν οι εξετάσεις αλλά κυρίως επειδή δεν ήθελα να βλέπω ούτε ζωγραφιστό τον ερωτύλο συμπαίκτη μου. Καθώς περνούσε ο καιρός καταλάβαινα πόσο μου έλειπε η Λένα, αλλά από τη μία δεν μου επέτρεπε ο εγωισμός μου να είμαι κερατάς από το Μάκη -μα είναι όνομα αυτό;- κι απ’ την άλλη έπεισα τον εαυτό μου ότι δεν πήγαινε πουθενά έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, άρα καλύτερα που τελείωσε έτσι, μια ώρα αρχύτερα και χωρίς δική μου ευθύνη. Έτσι δεν έκανα καμία προσπάθεια να επικοινωνήσουμε ξανά. Έδωσα εξετάσεις στα Αρχαία και στην Ιστορία (κρατούσα τους περσινούς βαθμούς σε Λατινικά και Έκθεση), δεν πέρασα στη δημοσιογραφία, πέρασα όμως στη Γυμναστική Ακαδημία Αθηνών και φυσικά πήγα τρέχοντας, δεν το συζητούσα καν να δώσω για τρίτη χρονιά, πόσο μάλλον που στην Αθήνα θα ξέφευγα από την μόνιμη εικόνα της Λένας στο μυαλό μου, από το σπίτι μου, από την ασφυκτικά μικρή πόλη μου, από τα ίδια και τα ίδια. Είμαι πια στο τρίτο έτος της Γυμναστικής Ακαδημίας. Περνάω πολύ καλά στην Αθήνα. Στην αρχή του δεύτερου εξαμήνου τα έφτιαξα -και τα έχω ακόμα- με μια σαραντάρα γυμνάστρια, μάνα μιας συμφοιτήτριάς μου. Έχει καταπληκτικό σώμα, παρά την ηλικία της. Την γουστάρω πολύ. Κουτσάκης Πολυχρόνης Μεταπτυχιακός Ηλεκτρολόγος Πολυτεχνείο Κρήτης Σημείωση: Είναι χαρά μας που ένα μέλος του ΝΥΓΜΑτος, polkou κατά ΝΥΓΜΑ, εμφανίζει (και) συγγραφική δραστηριότητα. Ο Πολυχρόνης έχει ήδη εκδόσει "Το κάψιμο της σημαίας" (Μοντέρνοι Καιροί) ενώ μόλις κυκλοφόρησε και το "Όχι αυτή τη φορά μωρό μου" (Ενάλιος). Και εις ανώτερα ... |