ΝΥΓΜΑ #22 - Οκτώβριος 1996

 

Μία Θλιβερή Ιστορία

Η παρακάτω ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και οποιαδήποτε ομοιότητα με ονόματα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου τυχαία.

Ο ήρωας της ιστορίας, ο Σωτήρης, είναι ένα παιδί 20 χρονών γύρω στο 1.75, καστανός με μαύρα μάτια. Τα μεγαλύτερα όμως προτέρηματά του είναι η καταγωγή του (Κρητικός) και οι δύο καλοί του φίλοι ο Δημήτρης και ο Μάνος (επίσης από την Κρήτη).

Μένει κάπου κοντά στον Πειραιά αλλά οι δουλειές του τον φέρνουν συχνά στη λεωφόρο Μεσογείων, στην Πανεπιστημίου ή σε άλλα γνωστά στέκια όπως η πλατεία Εξαρχείων, η πλατεία Κολωνακίου κλπ. Ο Δημήτρης με τον Μάνο έχουν τις δικές τους ασχολίες και δουλειές, βρίσκονται όμως συχνά με το Σωτήρη στα παραπάνω στέκια.

Οι δουλειές του Σωτήρη στην αρχή πάνε καλά. Βγάζει αρκετά χρήματα τα οποία ξοδεύει όμως αλόγιστα. Τα προβλήματά του ξεκινούν από την στιγμή που ξοδεύει περισσότερα από όσα βγάζει. Αρχικά δανείζεται. Οι δύο "φίλοι" του όμως δεν τον στηρίζουν. Τον δανείζουν μόνο για να εκμεταλλευθούν τον απάνθρωπο τόκο που του επιβάλλουν. Η σχέση τους πλέον δεν είναι μία σχέση φιλική, είναι μία σχέση εκμετάλλευσης.

Ο Σωτήρης χωρίς φίλους χάνει τη δουλειά του και τριγυρνάει σε κακόφημα μέρη (Ομόνοια, πλατεία Εξαρχείων, λεωφόρο Συγγρού κλπ) αναζητώντας απεγνωσμένα διέξοδο. Συχνά αναγκάζεται να κλέψει για να βρει τα χρήματα που του χρειάζονται.

Έτσι στις 26-9-1996 ο Σωτήρης συλλαμβάνεται (όχι για πρώτη φορά) και οδηγείται στη φυλακή. Η "διαμονή" του εκεί τον συνεφέρει προσωρινά και λίγες μέρες αργότερα βάζει υποθήκη το σπίτι του εξοικονομώντας κάποια χρήματα με τα οποία πληρώνει την εγγύηση και βγαίνει από τη φυλακή.

Χωρίς σπίτι πλέον κοιμάται σε εγκαταλελειμένους σιδηροδρομικούς σταθμούς προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεφύγει από τους δύο παλιούς του "φίλους" (στους οποίους χρωστάει ακόμα). Αυτό όμως είναι αδύνατο κι έτσι ο Σωτήρης γυρνάει στην παλιά του ζωή (την άσωτη) και αναπόφευκτα ξανά στη φυλακή. Στη φυλακή δεν μπορεί ούτε στιγμή, τρελαίνεται, φρικάρει. Ξέρει ότι το τέλος του είναι κοντά.

Ώσπου οι παλιοί του "φίλοι" φανερά μετανιωμένοι αποφασίζουν να του δώσουν μία ευκαιρία ακόμη, μία "ζαριά" για να κερδίσει τη ζωή. Το πρόσωπο του Σωτήρη φωτίζεται για λίγο. Το ζάρι όμως κυλώντας αργά, βασανιστικά πάνω στο βρώμικο από στάχτες γραφείο σταματάει έχοντας στην πάνω πλευρά τέσσερις μόνο τελείτσες.

- Όχι ρε γαμώτο, για δύο τελείτσες μόνο ψιθυρίζει και χωρίς να το σκεφτεί σηκώνεται από την καρέκλα, κοιτάει τους δύο φίλους του και τους λέει:

- Δεν παίζουμε και καμιά πρέφα; Σπάσανε τα νεύρα μου μ'αυτή τη MONOPOLY.

Καπής Μανώλης

3ο έτος ΤΕΦΑΑ