ΝΥΓΜΑ #24 - Δεκέμβριος 1996

Η Φαιδρότητα της Τραγικότητας

 

Το μεσημέρι άλλης μιας μέρας τελειώνει και σιγά-σιγά η γκρίζα πόλη υποδέχεται το μελαγχολικό απόγευμα. Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του δωματίου σου ασφυκτιάς. Ο λιγοστός αέρας σου μολύνεται από τις ραδιενεργές δονήσεις της τηλεόρασης. Αρπάζεις το παλτό σου και βγαίνεις σχεδόν τρέχοντας από την πόρτα.

Το τσουχτερό κρύο αγκαλιάζει την κάθε σου ανάσα. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Αφύσικα συννεφιασμένος. Δεν διακρίνεις τα άσπρα πολύμορφα σύννεφα να κολυμπάνε μέσα στην καταγάλανη ουράνια θάλασσα. Ούτε μπορείς να βρεις πουθενά στον ορίζοντα τα μαύρα πολεμοχαρή σύννεφα να παλεύουν με άνεμο και ήλιο. Όχι, το μόνο που υπάρχει είναι ένας καμένος αέρας που κολλάει μέσα στα πνευμόνια σου και μια ουράνια γκριζωπή καταχνιά που σκεπάζει όλη την πόλη. Ίσως και να μη σκεπάζει μονάχα την πόλη, ίσως και να σκεπάζει και ολάκερο τον κόσμο. Ίσως να έχει φτάσει ακόμα και εκεί όπου η καταγάλανη θάλασσα ενώνεται με τον χρυσαφένιο ουρανό, εκεί όπου κάποτε ζούσε ο θεός του ήλιου, εκεί όπου κολυμπούσαν οι γοργόνες και τραγουδούσαν οι σειρήνες. Σε εκείνη τη μυθική χώρα για την οποία μονάχα οι γλάροι γνώριζαν το δρόμο, το δρόμο που χάραζε το ουράνιο τόξο.

Σε αυτό το δρόμο λένε πως είχαν κάποτε περιπλανηθεί κάποιοι τολμηροί πολυμήχανοι ταξιδιώτες που μέσα στα ονειρικά τους ταξίδια πατήσανε και σε αυτή τη χώρα. Στη χώρα των χρυσών δράκων εκεί όπου κάποτε ζούσε και η καρδιά του ανθρώπου.

Τώρα όμως ίσως και εκεί ο ουρανός να έχει σκεπαστεί με το γκρίζο νεκρό σύννεφο. Άλλωστε έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο άνθρωπος άκουσε για τελευταία φορά το κάλεσμα των γλάρων, από τότε που τελευταία αγνάντευσε εκείνον τον χρυσαφένιο ουρανό. Κανείς δεν μιλάει πια για δράκους και όσες φορές και αν παρακολουθήσεις καρτερικά τη γκρίζα βροχή, η αψίδα του ουράνιου τόξου δεν φάνηκε. Η γκρίζα ομίχλη φαίνεται να έχει σκεπάσει και τους αθάνατους δράκους και τις χρυσές καρδιές τους.

Φτάνεις στη στάση του λεωφορείου. Υπάρχουν τουλάχιστον 70 άτομα που περιμένουν γύρω από τη μικρή μπλε στάση. Μαθητές, φοιτητές, εργάτες, γραφιάδες, νοικοκυρές, συνταξιούχοι, όλοι περιμένουν καρτερικά το λεωφορείο. Κάποιοι γκρινιάζουν, κάποιοι άλλοι τα βάζουν με τον σταθμάρχη, ενώ πολλοί απλώς κόβουν βόλτες κοιτώντας ανυπόμονα και νευριασμένα το ρολόι τους.

Είκοσι λεπτά αργότερα το λεωφορείο εμφανίζεται. Σταματάει κάπου είκοσι μέτρα μακριά από το πλήθος δίνοντας έτσι μια ευκαιρία στους επιβάτες του να κατέβουν. Ύστερα διστακτικά, σχεδόν φοβισμένα αρχίζει να κυλάει αργά προς το μέρος του πλήθους. Όλοι έχουν σηκωθεί στις μύτες των ποδιών τους έτοιμοι να χιμήξουν σαν πεινασμένα θεριά. Τα μάτια τους γυαλίζουν, η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη, ο σκοπός του αγώνα ύψιστος: μια θέση στην τράπεζα της Ασγκαρντ, μια γεύση αμβροσίας, ένα συννεφάκι στη βασιλεία των ουρανών, μια θέση στον ήλιο, μια θέση στο Α6!

Η πόρτα ανοίγει, η πολεμική κραυγή ακούγεται, βρισιές και σπρωξίματα καθώς ένα κοπάδια από μέλισσες στριμώχνεται βουίζοντας γύρω από το πολυπόθητο μπλε μεταλλικό λουλούδι. Όταν η μάχη έχει πια κριθεί, ανεβαίνεις και συ στο υπερφορτωμένο λεωφορείο. Το ταξίδι αρχίζει.

Στο πρώτο φανάρι ξεκινά ο καθιερωμένος -όσο και το δρομολόγιο- διάλογος. Μια ηλικιωμένη κυρία -που δεν κατάφερε να προφτάσει την πολυπόθητη θέση- κρατώντας από τρεις πλαστικές τσάντες στο χέρι αρχίζει να γκρινιάζει στον οδηγό για την απαράδεκτη κατάσταση των αστικών συγκοινωνιών. Οι υπόλοιποι επιβάτες σωπαίνουν και παρακολουθούν με απόλυτη προσήλωση και κομμένη την ανάσα (το τελευταίο προέρχεται κυρίως από το στρίμωγμα) τη στιχομυθία που ακολουθεί. Ο οδηγός αφού ακούει υπομονετικά τις παρατηρήσεις της κυρίας, απαντάει με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Αρχικά αναφέρεται στην κίνηση και στην ποιότητα των ελληνικών. Στη συνέχεια στρέφει τα πυρά του προς τους σταθμάρχες. Ένας γραβατωμένους κύριος μπαίνει στη συζήτηση προς υπεράσπιση της κυρίας και επιτίθεται κατά του συνδικάτου των οδηγών. Ο οδηγός με έναν πολύ έξυπνο και διπλωματικό ελιγμό, αποδέχεται την ευθύνη του συνδικάτου που όπως τονίζει όμως «είναι ξεπουλημένο στην κυβέρνηση», ενώ από μέσα του χαμογελάει γνωρίζοντας πως για άλλη μια φορά κέρδισε αυτήν την άσκοπη συζήτηση. Ήδη το λεωφορείο έχει χωριστεί σε πηγαδάκια.

«Έχει δίκιο ο άνθρωπος», λέει ο γραβατωμένος μεσήλικας κύριος. «Γιατί με τους άλλους καλύτερα ήτανε;» απαντάει μια κακόγουστα βαμμένη και υπεραρωματισμένη ευτραφής πενηντάρα. «Άμα η εργατική τάξη δεν είναι συσπειρωμένη κατά των καταπιεστών της και οι εργατοπατέρες είναι ξεπουλημένοι...», εξηγεί ένας γέρος με μεγάλη άσπρη γενειάδα και ξεπλυμένο τζιν. «Μονάχα ο Κωνσταντίνος μπορεί να μας σώσει», ακούγεται μια μπάσα φωνή από πίσω. «Αυτές οι ξένες δυνάμεις με τα βρωμοδάκτυλά τους...», καταριέται κουνώντας τον αντίχειρά της μια υπερήλικη μαυροντυμένη γριά.

Πια ο αγώνας έχει κερδηθεί. Μονάχα μια ακόμη τελειωτική φράση χρειάζεται για να ξεχαστεί η αργοπορία του λεωφορείου. Και σύντομα ακούγεται και αυτή. «Δεν βαριέσαι, όλοι τους ίδιοι είναι», λέει ο οδηγός. «Το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να τρώνε τα λεφτά μας», συμπληρώνει η κυρία που είχε ξεκινήσει τον καβγά. Τώρα όλοι μαζί συσπειρώνονται κατά των διαβολικών, ύπουλων, καταχθόνιων και απολύτως σιχαμερών και απαίσιων πλασμάτων που ακούν στο όνομα πολιτικοί. Σύντομα πλησιάζει ο επίλογος και εσύ έχεις ήδη αρχίσει να χαμογελάς.

Σειρά έχει ο έλληνας πολίτης. Δυστυχώς και αυτός φαίνεται να απουσιάζει από το λεωφορείο, γιατί κανείς δεν απαντάει στις κατηγορίες για αδιαφορία, ηλιθιότητα, ιδιοτέλεια, φιλοχρηματία και έλλειψη πατριωτισμού. Το χαμόγελό σου έχει πλατύνει υπερβολικά μονάχα με τη σκέψη της συνέχειας. «Μα με τη σημερινή νεολαία τι περιμένεις;», λέει ο γραβατωμένος κύριος. «Που είναι τα ιδανικά τους;», ρωτά η χοντρή πενηντάρα. «Εμείς μια φορά ρίξαμε και μια χούντα!», δηλώνει ο μουσάτος γέρος. «Που είναι η αγωνιστικότητά τους;», διερωτάται η κυρία με τις σακούλες. «Όλο τηλεόραση βλέπουνε», συμπληρώνει η υπερήλικη κυρία. «Όταν ήμουν εγώ στην ηλικία τους...», θυμάται ένας μουστακαλής γέρος μην αντέχοντας να απέχει άλλο από τη συζήτηση. «Μονάχα να σπάνε και να καίνε ξέρουν», συμπεραίνει μια φωνή από πίσω. «Ναρκομανείς, πιωμένοι αλήτες είναι όλοι τους», αφορίζει ο οδηγός. «Χούλιγκαν, Μαλλιάδες, Έκφυλοι!», εξορκίζει το πλήθος.

Το χαμόγελό σου πια δεν κρύβεται. Αντιθέτως ακτινοβολεί και ανεμίζει σαν κόκκινο πανί μπροστά από τα μάτια τους. Όλοι σωπαίνουν. Κάποια μουρμουρητά, κάποια δόντια τρίζουνε, κάποιες σιγανές κατάρες ψελλίζονται, όμως κανένας τους δεν τολμά να τα βάλει δυνατά και φανερά με το ανεξήγητο σαρδόνιο, σαρκαστικό χαμόγελό σου.

Πολλές φορές η τραγικότητα των καταστάσεων αγγίζει τη φαιδρότητα και τότε μοναχά εσύ (εσύ που μπορείς να διαβάσεις αυτό το κείμενο) ξέρεις να χαμογελάς με ένα αινιγματικό, χλευαστικό χαμόγελο σαν εκείνο που εδώ και αιώνες υπάρχει κάπου στην Αίγυπτο αποτυπωμένο στα χείλη της περίφημης Σφίγγας. Της Σφίγγας που γνώριζε τα πάντα, παρόν παρελθόν και μέλλον. Σαν και εκείνο το χαμόγελο που, ακόμα και σήμερα, συνεχίζει να είναι σχηματισμένο στα χείλη του μυθικού προτύπου της...

Ίαμος