|
ΝΥΓΜΑ #24
- Δεκέμβριος 1996
|
|
Το Πάθος
Ήταν μία συνηθισμένη τηλεοπτική ιστορία. Αυτός, τελειόφοιτος του Πολυτεχνείου, προετοιμαζόταν για μία ζωή άχαρη γεμάτη άγχος και οικονομικά δράματα. Αυτή: μία άγνωστη. Την είδε στο 222, στο λεωφορείο για το σπίτι, μία μουντή μέρα του Νοέμβρη καθώς σκεφτόταν ότι δεν είχε τίποτα να κάνει και αυτό το βράδυ. Μουντή και Αυτή, ασορτί με τη φθινοπωρινή μέρα, ατημέλητη και λιτή ανάδυε μία ανεξήγητη φρεσκάδα πολύ πιο ελκυστική από τη μυρωδιά του ρουζ και του ακριβού γαλλικού αρώματος της διπλανής της. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Ένας έρωτας παράξενος και διόλου παράφορος, ένας έρωτας μουντός, φθινοπωρινός, χωρίς ρουζ και γαλλικό άρωμα. Δεν έκανε καν τον κόπο να της μιλήσει. Κινηματογραφικά διέσχισαν τα μάτια του χιλιάδες εικόνες φοιτητικών πάρτυ, όπου Αυτός μεθυσμένος κυνηγούσε απελπισμένα οτιδήποτε ερέθιζε τα γενετήσια του ένστικτα. Σταμάτησε στο τέλος της Πρώτης Πράξης κουρασμένος από μία ωριμότητα ανεπιθύμητη, μία ωριμότητα κάποιου που γέρασε πρόωρα, που έμαθε γρήγορα τι σημαίνει γυναίκα, ποτό, διασκέδαση, τσιγάρο, φίλος και που πια δεν του έκαναν καμία αίσθηση. Είχε περάσει πια στη Δεύτερη Πράξη. Άρχισε να ενδιαφέρεται για τη σχολή του όχι επειδή πλέον του άρεσε ή επειδή κατάλαβε ότι ήταν καιρός να κάνει κάτι και Αυτός στη ζωή του. Άλλαξε γιατί ωρίμασε, ωρίμασε και σάπισε μέσα σε λίγα χρόνια και κατάλαβε πως η ζωή είναι χάλια. όμως δεν αξίζει κανείς να δώσει ένα τέλος γιατί τελικά αυτά που τους έμαθαν στα Θρησκευτικά του δημοτικού μπορεί να ήταν και ψέματα. Σήκωσε το στυλό και άρχισε να γράφει. Εργασίες για παράδοση στο εργαστήριο του 9ου εξαμήνου. Πώς να την έλεγαν άραγε; Σίγουρα θα έμενε κάπου εκεί κοντά, αφού κατέβηκαν στην ίδια στάση. Ντράπηκε να την ακολουθήσει. Ασύρματες Ζεύξεις. Μάλλον όχι δεν ντράπηκε, ήταν το άγνωστο που τον μάγεψε και τον ακινητοποίησε. Όταν κατέβηκε από το λεωφορείο, έτρεξε γρήγορα σαν να τον κυνηγούσαν, σαν να ήθελε να ξεφύγει, σαν να φοβόταν μήπως Αυτή τον ακολουθήσει, τον προφτάσει και του πει "μου αρέσεις, θα ήθελες να πάμε για ένα ποτό;". - Άγνωστοι τοποθέτησαν χθες το απόγευμα εκρηκτικό μηχανισμό στο χώρο του Πολυτεχνείου. Όχι αυτό δεν θα το άντεχε. Θα την έβριζε με τον πιο χυδαίο τρόπο και θα έφευγε χωρίς να την ξανακοιτάξει. Άσκηση 3.159. - Φόβοι εκφράζονται από τους Συγκλητικούς του ιδρύματος ότι και φέτος με την επέτειο της 17ης Νοέμβρη το Πολυτεχνείο θα τυλιχθεί στις φλόγες. Και εάν πήγαινε σε κάποια φίλη της; Εάν Αυτή έμενε κάπου μακριά, κάπου αλλού και ήταν ένας απλός επισκέπτης; Τότε καλύτερα. Θα έμενε με την εικόνα της, με την απλότητά της που γι' αυτόν ήταν ό,τι πιο πολύπλοκο, ό,τι πιο πολύτιμο. - Ας ακούσουμε όμως τι δήλωσαν στους ρεπόρτερ μας απλοί φοιτητές που... "Γαμημένη τηλεόραση", σκέφτηκε. Θα την έσπαγε εάν ήταν δική του. Όμως δεν ήταν. Από τότε που είχε μετακομίσει σ' αυτό το καταραμένο σπίτι ήταν αναγκασμένος να ακούει τηλεόραση σε όλη τη διάρκεια της μέρας. "Η γιαγιά στο διπλανό διαμέρισμα θα είναι κουφή", σκεφτόταν και ποτέ δεν της έκανε παρατήρηση ίσως γιατί καταλάβαινε, ήξερε ότι ήταν και αυτός μία γιαγιά που μπορεί μεν να μην έβλεπε τηλεόραση (αυτό το κατασκεύασμα το είχε ξεφορτωθεί προ πολλού) έπαιρνε όμως άλλου είδους ναρκωτικά: Πολυτεχνείο, παρέες, μπαρ, ποδόσφαιρο, καφετέρια. Και τώρα, το ναρκωτικό του ήταν Αυτή.
- Άλλη μία απόδειξη του δράματος των ηλικιωμένων ήρθε χθες στο φως όταν βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στην οδό Χ η κυρία Υ. Τα 9 παιδιά της την είχαν εγκαταλείψει εδώ και 3 χρόνια και έμενε συντροφιά με τις γάτες της μέσα στη φτώχεια. Γέλασε δυνατά για τη σύμπτωση και ήταν ο άλλος του εαυτός που έκλαιγε μέσα του γιατί δεν άντεχε πια αυτή την τηλεόραση, δεν άντεχε πια αυτή την πόλη της κακομοιριάς, του πόνου, της εγκατάλειψης, της ελεεινής διασκέδασης και του φτηνού έρωτα. Του έρωτα... Και εάν δεν την ξανάβλεπε ποτέ; Είχε ήδη αρχίσει να ξεχνάει την εικόνα της, τα χαρακτηριστικά της και αυτό τώρα ήταν πιο σημαντικό κι απ’ τον απόρρητο αριθμό της προσωπικής του κάρτας αναλήψεων. - Ναι μαναράκι μου, να στο χτυπήσω το εισιτήριο και αν θέλεις... Η γλώσσα του τύπου κρεμόταν στο πάτωμα και αυτός θα τον χτυπούσε, αλλά κάτι μέσα του τού είπε "όχι". Όχι, δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί. Η κοπέλα των ονείρων του, η κοπέλα του, βρισκόταν εκεί, κοντά του, στο ίδιο λεωφορείο για το σπίτι και αυτός είχε μόνο το δικαίωμα να τη βλέπει και να τη νιώθει δίπλα του. Είχε το δικαίωμα να μην υπάρχει γι’ Αυτή. Έμεινε ανέκφραστος να κοιτάζει. Αυτή γύρισε και κοίταξε τον τύπο με ένα βλέμμα τόσο γελαστό και αθώο, τόσο χαζοχαρούμενο και αποχαυνωμένο, που ο τύπος σάστισε, της επέστρεψε το εισιτήριο και μόλις που κατόρθωσε να αρθρώσει: - Ορίστε δεσποινίς... - Είστε πολύ ευγενικός, απάντησε Αυτή με μία γλυκύτητα και με μία ειλικρίνεια που αφόπλιζε. Μέσα του πέταγε. Αυτή είχε δώσει τη λύση χωρίς την παραμικρή ενόχληση, χωρίς να φωνάξει, χωρίς να χτυπήσει κανένα, με μόνο όπλο την ανωτερότητά της και αυτό το ακατανόητο αποχαυνωμένο βλέμμα που σου έδινε την εντύπωση ότι αντιμετωπίζεις κάποιον ηλίθιο. Μα όχι, Αυτή δεν ήταν ηλίθια. Ήταν απλή και πανέμορφη. Ούτε δυνατή, ούτε θρασύς, ούτε ετοιμόλογη, ούτε ανώτερη. Ήταν Αυτή που ήταν χωρίς να κομπάζει και να επαινεί τον εαυτό της. Χωρίς αρώματα, χωρίς ακριβά ρούχα, με ήρεμη καθαρή φωνή και με το θάρρος της απλότητάς της. Ήταν το ναρκωτικό του και σήμερα έπαιρνε τη δεύτερη δόση. Ήταν το Πάθος του. Δεν της μίλησε πάλι και έτρεξε να κρυφτεί στο σκοτεινό του δωμάτιο χωρίς να κοιτάξει πίσω του, φοβισμένος, μικρός και αδύναμος όσο ποτέ. - Αστείο χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης για τα επόμενα δύο έτη η αντιπολίτευση... Δεν ήταν μόνος του, όπως πάντα. "Η γιαγιά" ήταν πάντα εκεί μέρα και νύχτα. Τον περίμενε για να τον συμβουλέψει με τις φιλοσοφίες μιας άλλης καθημερινότητας, ενός κόσμου όπου τα εγκλήματα, η πείνα, η ατιμία έχουν όλα τη λάμψη της δημοσιότητας. Εκεί όπου η ανθρώπινη απληστία θεωρείται παιχνίδι, εκεί όπου τα παιδιά πίνουν αίμα τα βράδια αντί για το γάλα τους και ο τηλεπαρουσιαστής των 12 τα φιλάει απαλά και τα στέλνει στα κρεβάτια τους. Εκεί που ο έρωτας πληρώνεται με ταξίδια στο εξωτερικό και ο μέρμηγκας προετοιμάζει τα μικρά του μερμηγκάκια για πόλεμο. - Το κέρατό σου κωλόγρια, ούρλιαξε από το φωταγωγό όμως δεν έλαβε απάντηση. Σίγουρα θα είχε βουλιάξει στην πολυθρόνα της και θα διάβαζε τα χείλια του τηλεπαρουσιαστή γιατί τα αυτιά της θα είχαν παραδοθεί μετά τις ατέλειωτες ώρες τηλεθέασης. Ο 40άρης που ήταν καθισμένος στο λεωφορείο μπροστά του προσπαθούσε επίμονα να διαβάσει την αθλητική εφημερίδα και Αυτός υποχωρώντας από το σπρώξιμο των υπόλοιπων όρθιων επιβατών έπεφτε κάθε τόσο επάνω του. Φαινόταν άνθρωπος με κατανόηση. - Συγγνώμη και πάλι. - Δε βαριέσαι, είμαι συνηθισμένος. - Ευτυχώς που φτιάξανε και το ΜΕΤΡΟ και δεν στριμωχνόμαστε πια. Έτσι λέγανε. - Το θέμα δεν είναι το ΜΕΤΡΟ. Το θέμα είναι το πρωτάθλημα. - Το πρωτάθλημα; - Μα δεν βλέπεις τι γίνεται στην κορυφή; Αληθινή μάχη. Σκοτώνονται τα παλικάρια μας κάθε Κυριακή στα γήπεδα. 5 χρόνια έχουμε να δούμε πρωτάθλημα... Τα είχε χαμένα. Έψαξε να τη βρει κάπου στο πλήθος. Να πάρει λίγο θάρρος, λίγο αέρα, να πει "δεν είμαι μόνος μου, όχι, υπάρχει και Αυτή". Όμως Αυτή δεν ήταν εδώ. "Είναι άραγε κάπου; Υπάρχει; Αυτή και εγώ; Υπάρχουμε... Ο ένας για τον άλλο. Κι ας μη με ξέρει.... Η αγάπη είναι το τελευταίο, φτάνει ένα βλέμμα να σε στηρίξει... Θα την ξαναδώ αύριο, το ξέρω. Ίσως μεθαύριο..." Κοίταξε από το παράθυρο και είδε στους τοίχους της Βουλής το αγαπημένο του σύνθημα. Όταν κλείνει η τηλεόραση, αρχίζει η ζωή. - Μαλάκες, θα πεθάνετε όλοι σαν τα ποντίκια : Μέσα στις τρύπες σας, φώναξε καθώς έκλεινε η πόρτα του λεωφορείου και ένας παππούς τον κοίταξε με νόημα. - Αλήτες... Ανηφόρισε αργά για το σπίτι του. Τώρα δεν τον κυνηγούσε κανένας. Έφταναν Χριστούγεννα και είχε 2 βδομάδες να τη δει. Ο κόσμος τον είχε φέρει σε αδιέξοδο. Κι Αυτή ήταν η τελευταία του διέξοδος. Η μόνη του ελπίδα. Η μόνη του αγάπη. Το ναρκωτικό του. Το Πάθος του. Αυτή ήταν στην εξώπορτα. Έτριψε τα μάτια του. Δεν τσιμπήθηκε γιατί εάν ονειρευόταν, θα ήθελε να συνεχίσει να ονειρεύεται. "Με βρήκε τελικά" σκέφτηκε και πλησίασε. Η κοπέλα έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα και μπήκε μέσα. Απλή και υπέροχη όπως πάντα. Πρέπει να ήταν Αυτή, δεν μπορεί να έκανε τόσο λάθος. "Τη χάνω", τρόμαξε και έτρεξε πίσω της. - Σταθείτε, δεσποινίς... Πέρασε την εξώπορτα της πολυκατοικίας, Αυτή ήταν όμως ήδη μέσα στο ασανσέρ. Πέταξε την τσάντα του και πήρε τις σκάλες τρέχοντας σαν τρελός. Το ασανσέρ σταμάτησε στον 3ο. "Πάει κατευθείαν σπίτι μου". Όταν ανέβηκε στον 3ο αυτή έμπαινε στην μισάνοιχτη πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Ήταν σίγουρα Αυτή. Το Πάθος του. - Δεσποινίς... δεν με ακούσατε, ψέλλισε λαχανιασμένος και σαστισμένος. - Α, με συγχωρείτε. Είστε ο νεαρός από δίπλα. Γύρισε προς το μέρος του. Είχε εκείνο το αποχαυνωμένο βλέμμα που τόσο του είχε κάνει εντύπωση στο λεωφορείο, μόνο που τώρα το έκρυβαν κάτι τεράστια γυαλιά μυωπίας. Τρόμαξε. - Μένετε εδώ; - Ναι, ποτέ δεν με προσέξατε, γιατί πάντα ήσαστε βιαστικός. - Ναι, κοκκίνισε, βιαστικός... Μένετε με τη γιαγιά σας φαντάζομαι ή... - Όχι, μόνη μου. Μόνη μου εντελώς, εδώ και 3 χρόνια. - Και η τηλεόραση; Εσείς βλέπετε τηλεόραση όλη μέρα; - "Όλη μέρα" δεν θα πει τίποτα. Η τηλεόραση είναι το Πάθος μου. Ξηρουχάκης Γιάννης |