ΝΥΓΜΑ #25 - Ιανουάριος 1997

 

Ο δαιμόνιος δημοσιογράφος ξάπλωσε στο κρεβάτι του με το φως του δωματίου χαμηλωμένο και με τα μάτια μισόκλειστα. Ή μήπως ήταν μισάνοιχτα; Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ήταν η πρώτη μέρα του χρόνου και είχε αποφασίσει να κάνει τον προσωπικό του επαγγελματικό απολογισμό της χρονιάς που πέρασε. Η εξέλιξή του στο κανάλι ήταν αξιοζήλευτη. Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια, από απλός ρεπόρτερ του αστυνομικού δελτίου είχε περάσει από το κοινωνικό ρεπορτάζ, είχε αποκτήσει δική του εκπομπή και είχε καταλήξει να είναι ο κύριος εκφωνητής του δελτίου των 20:17. Είχε πολλά παράθυρα στο ενεργητικό του και μερικές από τις πιο σημαντικές αποκλειστικές συνεντεύξεις της χρονιάς που πέρασε. Του έρχονταν τώρα ένα-ένα στο νου τα γεγονότα όπως τα είχε ζήσει. Ήταν σαν να έκανε ένα ρεπορτάζ με θέμα τις επιτυχίες του της περασμένης χρονιάς.

Για άλλη μια φορά δάκρυσε και εκείνος μπροστά στην κάμερα και ο έμπειρος οπερατέρ τού έκανε το απαραίτητο κοντινό πλάνο...

Θυμήθηκε, αρχικά, εκείνη τη συνέντευξη με τη χαροκαμένη μάνα που είχε χάσει το οκτάχρονο παιδί της, όταν είχε πάει να ψωνίσει στο μανάβη της γειτονιάς και το είχε αφήσει μέσα στο αυτοκίνητο να την περιμένει. Η αθώα του περιέργεια ήταν και η αιτία του τραγικού του θανάτου. Περιεργαζόμενο το χειρόφρενο, κατόρθωσε να το λύσει. Το Starlet άρχισε να κατηφορίζει ακυβέρνητο το δρόμο και να κατευθύνεται προς την πολυσύχναστη διασταύρωση. Αφού κατέστρεψε το καρότσι μιας 75χρονης, που γύριζε με τα ψώνια της λαϊκής, αφού παρέσυρε έναν ανυποψίαστο τυφλό, ο οποίος μη ακούγοντας θόρυβο μηχανής αυτοκινήτου επιχείρησε να διασχίσει το δρόμο, κατέληξε κάτω από τις ρόδες μιας νταλίκας που μετέφερε, τι τραγική ειρωνεία, αυτοκίνητα Starlet. Το Starlet, της άτυχης μητέρας, μετατράπηκε σε μια άμορφη μάζα μαζί με τα Starlet που έπεσαν, λόγω αδράνειας, από το πάνω μέρος της νταλίκας. Το οκτάχρονο, φυσικά, ξεψύχησε επί τόπου και η τραγική μάνα παρατηρούσε ανήμπορη το θέαμα. Στην καίρια, ευθεία και αφοπλιστική του ερώτηση: “Πως νιώσατε όταν είδατε την νταλίκα να ισοπεδώνει το ανασφάλιστο Starlet σας;”, η μάνα λύγισε. Θυμήθηκε ότι είχε περάσει αρκετή ώρα στο μοντάζ προσπαθώντας να αποδώσει όσο καλύτερα μπορούσε τον πόνο που ήταν ζωγραφισμένος στο πρόσωπό της. Τα μηχανάκια της AGB είχαν σπάσει. Ήταν η αφορμή για να αποκτήσει δική του εκπομπή.

Η δική του εκπομπή! Τι επιτυχία μοναδική και ανεπανάληπτη ήταν αυτή! Τι επίπεδο και τι ανθρωπιά! Τι δημοσιογραφική και επαγγελματική αρτιότητα ήταν εκείνη! Θυμήθηκε εκείνη τη ζωντανή εκπομπή που είχε κάνει με το εγχειρισμένο τραβεστί το οποίο με πολλές δυσάρεστες αναμνήσεις είχε γλυτώσει την κοινωνική κατακραυγή του χωριού του και είχε έρθει στην απρόσωπη, αφιλόξενη και μοναχική Αθήνα. Τι δυσκολίες είχε πει μπροστά στην κάμερα ότι αντιμετώπισε με τον ερχομό του στην μεγάλη πόλη! Είχε βγει μόνη κι έρημη μέσα στη νύχτα χωρίς προστάτη και αναζητούσε έναν πελάτη για να καταφέρει να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαΐ. Και τότε, ως εκ θαύματος γνώρισε εκείνον, που την ήθελε κοντά του για πάντα, που ήθελε να την έχει βασίλισσα, κολώνα του σπιτιού του, στεφάνι στο κεφάλι του. Όμως είχαν λογαριάσει χωρίς να υπολογίσουν τη μάνα του, αυτή τη μέγαιρα, αυτή τη φώκια, που δεν την (τον) ήθελε για το γιο της. Θυμήθηκε τη συγκλονιστική στιγμή που μπήκε στο στούντιο η μάνα και αντίκρισε την αγαπημένη του γιου της. Σε μια στιγμή απόγνωσης άρπαξε ένα ρεφλεκτέρ που βρήκε μπροστά της και με όση δύναμη είχε το εκσφενδόνισε εναντίον της (του). Τον βρήκε ξυστά στο μέτωπο, του έριξε την πλατινέ περούκα από το κεφάλι και του μάτωσε το αριστερό φρύδι. Το στούντιο είχε γίνει άνω κάτω. Εκείνος προσπαθούσε να τις(;) ηρεμήσει και να τις κάνει να πουν όσα δεν θα έλεγαν αν ήταν νηφάλιες.

Ήταν και η άλλη εκπομπή που είχε προκαλέσει μεγάλο θόρυβο η οποία είχε ως βασικό της θέμα την τραγική ιστορία μιας μάνας που είχε χάσει το παιδί της κάποια Χριστούγεννα του ’59 σε ένα πολυκατάστημα της Αθήνας. Είχε προσπαθήσει να το βρει, αλλά οι προσπάθειές τις ήταν μάταιες. Μετά από 27 χρόνια και αφού είχε χάσει κάθε ελπίδα, η μοίρα της τής επεφύλασσε ένα πολύ άσχημο παιχνίδι. Είχε λάβει ένα λογαριασμό 37 εκατομμυρίων από το Δημόσιο Ταμείο και συγκεκριμένα από το Ταμείο Οδών και Οδοστρωμάτων, σύμφωνα με τον οποίον ο εκλιπών σύζυγός της είχε ασφαλτοστρώσει τον δρόμο, συνολικού μήκους 13 χιλιομέτρων, που οδηγούσε από τον δημόσιο δρόμο στην έπαυλή τους που ήταν χτισμένη στο Τατόι, καθώς και τον ιδιωτικό δρόμο που οδηγούσε από την είσοδο της έπαυλης στο γκαράζ, μήκους 467.5 μέτρων. Η κυρία αυτή, όμως, δεν είχε ακίνητη περιουσία, νοίκιαζε ένα διαμέρισμα στα Πετράλωνα και, το πιο σημαντικό, δεν ήταν ποτέ παντρεμένη! Για να βρει το δίκιο της πήγε στην εκπομπή του. Έτυχε εκείνη την ώρα να παρακολουθεί την εκπομπή μια 30χρονη που κατοικούσε στα Χάνια Ευβοίας, την ώρα που έπλεκε το μπλουζάκι του οκτάχρονου γιου της. Το άκουσμα του ονόματος και το πρόσωπο της ηλικιωμένης ήταν η αφορμή να της πέσει το πλεκτό από τα χέρια. Ήταν η μητέρα της που χρόνια τώρα αναζητούσε και που η μητριά της δεν την άφηνε να δει. Τηλεφώνησε αμέσως στην εκπομπή και μίλησε μετά από 27 χρόνια, στον αέρα, μαζί της. Οι στιγμές ήταν μοναδικές. Για άλλη μια φορά δάκρυσε και εκείνος μπροστά στην κάμερα και ο έμπειρος οπερατέρ του έκανε το απαραίτητο κοντινό πλάνο. Ασφαλώς την επόμενη μέρα όλοι μιλούσαν για αυτόν. Φυσικά και δέχτηκε τη θέση του παρουσιαστή του δελτίου ειδήσεων.

Η δική του εκπομπή!

Το δελτίο ειδήσεων! Αυτή και αν ήταν μια μοναδική εμπειρία και μια προσωπική επιτυχία. Είχε καταφέρει σε ένα και μόνο δελτίο να ανοίξει 47 παράθυρα και να κλείσει τέσσερα σπίτια! Θυμήθηκε τη ζωντανή μαρτυρία ενός αυτήκοου μάρτυρα της τρομοκρατικής ενέργειας που είχε κάνει δηλώσεις αποκλειστικά στο δικό του δελτίο: “Άκουσα ένα μεγάλο μπαμ! Έπειτα σπάσανε τα τζάμια και έπεσα κάτω να σωθώ”. Στην ερώτησή του αν μπορούσε να υπολογίσει την ένταση της έκρηξης ο μάρτυρας του είχε πει ότι ο ίδιος γνώριζε από εκρήξεις, αφού παλιά έβαζε φουρνέλα σε λατομεία και υπολόγιζε πως ήταν εκρηκτικός μηχανισμός που ενεργοποιήθηκε από γκαζάκι και ότι είχαν χρησιμοποιήσει πλαστικά εκρηκτικά, όπως εκείνα που είχαν κλαπεί από το στρατόπεδο του Σουφλίου. Ήταν σίγουρα δουλειά της τρομοκρατικής οργάνωσης Π.Α.Μ.Ε.

Θυμήθηκε ακόμη εκείνη τη φρικιαστική νύχτα που είχαν συλλάβει τον μανιακό παιδοκτόνο που είχε βιάσει και στη συνέχεια τεμαχίσει και κάψει μια παρέα εφτά ανήλικων αγοριών και είχε γίνει ο τρόμος της περιοχής του Δάσους Χαϊδαρίου. Είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του και να τον ρωτήσει γιατί έκανε όσα έκανε. Ο παιδοκτόνος, ψύχραιμος, του είχε απαντήσει ότι τα εφτά ανήλικα έπαιζαν κάθε μεσημέρι ρακέτες δίπλα στην αυλή του σπιτιού του, δεν τον άφηναν να κοιμηθεί και δεν έφευγαν παρά τις φωνές του. Στη συνέχεια ο προσκεκλημένος ψυχίατρος, που ήταν στο στούντιο του Συντάγματος, είχε δηλώσει από το παράθυρο ότι επρόκειτο για μια διαταραγμένη προσωπικότητα η οποία έχρηζε ειδικής θεραπευτικής αγωγής. Η δήλωση αυτή ήταν καθοριστική, αφού ο συνήγορος του παιδοκτόνου την είχε χρησιμοποιήσει ως ελαφρυντικό στο δικαστήριο και είχε κατορθώσει να αθωώσει τον πελάτη του. Ήταν μια συνέντευξη που συζητήθηκε πολύ.

Θυμήθηκε, ακόμη, εκείνες τις στιγμές που κατά τη διάρκεια του δελτίου μετέδιδαν κηδείες άτυχων νέων που έπεσαν στα δίχτυα των ναρκωτικών, τραγικών γονέων που έπεσαν θύματα της ασφάλτου και άφησαν πίσω τους ορφανά παιδιά, φαντάρων που έπεσαν πάνω στο καθήκον τους ή δημοσίων προσώπων. Ήταν από τους λίγους παρουσιαστές που κατόρθωναν να δακρύζουν μπροστά στην κάμερα και να μεταδίδουν στους τηλεθεατές τη συγκίνηση της στιγμής. Ήταν δάκρυα χαράς, όταν από το ακουστικό τον ειδοποιούσαν ότι είχαν σαρώσει όλα τα υπόλοιπα δελτία...

Του ήρθε ακόμη στο νου η νύχτα των εκλογών, οπότε το κανάλι του, μέσω εκείνου, είχε μεταδώσει πρώτο τα τελικά αποτελέσματα. Ήταν άλλη μια προσωπική επαγγελματική επιτυχία που έμελλε να ανεβάσει στα ύψη το κασέ του και να αξιώσει τετραπλασιασμό του μισθού του. Ο εργοδότης του υπέκυψε τελικά στον εκβιασμό και του έδωσε τα χρήματα. Μπορούσε πια να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να αγοράσει εκείνο το σπορ αυτοκίνητο που πάντοτε ήθελε.

Φτάνοντας στον επίλογο του απολογισμού του έπρεπε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Ήταν σαφές, ότι το κοινό τον λάτρευε, αφού ήξερε να του προσφέρει ό,τι εκείνο του ζητούσε. Ήξερε να το συγκινεί, να το σοκάρει, να το καθηλώνει, να το ψυχαγωγεί. Είχε γίνει πια ο άνθρωπος του σπιτιού σε κάθε οικογένεια. Κατόρθωσε να τους κατακτήσει και να φτάσει στην κορυφή. Κι ας έλεγαν κάποιοι μισαλλόδοξοι ότι δεν προσέφερε τίποτα στο κοινό. Στο κάτω-κάτω εκείνοι ούτε στον ύπνο τους δεν μπορούσαν να φτάσουν τις θεαματικότητες που αυτός είχε. Σίγουρα ήταν μια επιτυχημένη χρονιά. Ήταν η χρονιά του.

Τάσος Τάσκαρης