|
ΝΥΓΜΑ
#20 Ιούλιος-Αύγουστος 1996
|
Στέκομαι στο μπαλκόνι μου κι αγναντεύω την ανάσα της πόλης. Ο κόσμος φαίνεται μικρός πάνω στο χάρτη κι η μοναξιά μου σαν νούφαρο σε απέραντη λίμνη μάταια προσπαθεί να επιπλεύσει. Προσπαθώ να σου γράψω δυο λόγια, μα βγαίνουν γύρω στα πέντε, όσο πήρα και Κεραίες. Έψαξα να σε βρω μέσα στις σημειώσεις μου όμως τις είχα δώσει για φωτοτυπίες σε μια ξανθιά πρωτοετή. Το φεγγάρι μοιάζει με αχνιστή ξεφλουδισμένη πατάτα κι εγώ βουλιάζω μέσα στην τανυσμένη πυκνότητα του βάθους. Μόνος για δυο ώρες έμεινα να σε σκέφτομαι. Έμεινα και VLSI. Έμεινα κι από βενζίνη. Και στο Παγκράτι έμεινα, αλλά μετακόμισα. Τριγύρω το σκοτάδι με αγκαλιάζει, η σκιά σου χαϊδεύει τις φαντασιώσεις μου. Φοράω το κυλοτάκι που ξέχασες σπίτι. Με στενεύει κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι ακόμα πιο μόνος. Χθες το βράδυ είδα στον ύπνο μου κάτι στρογγυλό, γυάλιζε κιόλας. Νόμιζα ότι ήταν φάρος που θα με οδηγούσε κοντά σου, νόμιζα ότι ήταν φλόγα ελπίδας και σημάδι νέου έρωτα, ήταν όμως η γνώριμη καράφλα που ακόμα τη χρωστάω. Τώρα θα σκεφτώ κι έναν επίλογο. Επίλογος. Γ.Μ., Γ.Ξ., Σ.Χ. |