ΝΥΓΜΑ #25 - Ιανουάριος 1997

 

Ήσουνα εικοσιεπτά χρονών παλικάρι όταν μετακόμισες από το πατρικό σου σπίτι στο μικρό διαμέρισμα της Μιχαλακοπούλου. Είχες πια τελειώσει με σπουδές και στρατιωτικά, ήσουνα πια άντρας. Εικοσιεπτά χρονών παλικάρι, ψηλός ξανθός, γεροδεμένος με φλεγόμενα πράσινα μάτια, γεμάτος ζωή, ήσουνα έτοιμος να τα βάλεις με ολάκερο τον κόσμο και να κερδίσεις.

Έψαξες καιρό με πείσμα και αποφασιστικότητα να βρεις μια δουλειά και οι κόποι σου τελικά απέδωσαν τον γλυκό - δικαιωματικά δικό σου - καρπό. Αύριο κιόλας ξεκινάς, υπάλληλος της διαφημιστικής εταιρείας “Χ&Ψ Α.Ε.”. Μικρό το πόστο, μα αυτό δεν σε πτοεί, το ξέρεις πως με τον ιδρώτα σου θα ανέβεις, θα τους δείξεις, θα τους κερδίσεις.

Φιλότιμο ήταν το τιμόνι σου και ο πρώτος χρόνος πέρασε. Δόθηκες στη μικρή δουλειά σου με όλη σου τη νεανική δύναμη και ορμή. Η πολυπόθητη προαγωγή όμως δεν ήρθε. Νωρίς είπες είναι ακόμα, θα δουλέψω πιο σκληρά θα τους δείξω εγώ - θα τους κερδίσω.

Χάνομαι, φώναζε τρεμάμενη φωνή μέσα σου...

Φιλοδοξία ήταν ο οδηγός σου και ο δεύτερος χρόνος τελείωσε. Έφτυσες αίμα, δούλευες ασταμάτητα μέρα-νύχτα, ξέκοψες από φίλους και γνωστούς. Η δικαίωση όμως και πάλι δεν ήρθε. Δεν δούλεψα αρκετά, είπες, τώρα θα τους αποδείξω ποιος είμαι, δεν θα προδώσω τα όνειρά μου - θα τους κερδίσω.

Πείσμα ήταν ο σύντροφός σου και ο τρίτος χρόνος έσβησε. Έβαλες ψυχή και σώμα στην ανιαρή δουλειά σου, τα ξανθά μαλλιά αραίωσαν και το σώμα σου καμπούριασε, μα η φλόγα στα μάτια σου έκαιγε ακόμα πιο δυνατά. Θα τους νικήσω φώναζε η καρδιά σου και χιμούσες απάνω στα χαρτιά σαν λιοντάρι.

Ήταν Δευτέρα πρωί όταν βγαίνοντας από το διαμέρισμά σου βρήκες ένα γράμμα από την εταιρεία σου. “Λόγω οικονομικών περικοπών απολύεστε”. Τα πάντα γύρω σου άρχισαν να γυρίζουν. Το μυαλό σου βυθίστηκε σε μια χαώδη άβυσσο και το κορμί σου άρχισε να περπατάει μηχανικά μέσα στο πολυσύχναστο πεζοδρόμιο.

Η φλόγα στα καταπράσινα μάτια σου είχε σβήσει. Μια ζάλη είχε καταλάβει το σώμα σου. Περπατούσες με το κεφάλι στραμμένο κάτω και σου φαινόταν πως το πεζοδρόμιο όλο και σε πλησίαζε. Σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα οι γκρίζες πλάκες φουσκώνανε και ερχόντουσαν να σε πνίξουν. Κι όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο αγρίευαν τα κύματα, όλο και πιο ψηλά ανέβαινε το πεζοδρόμιο. Ένιωθες σαν να ήσουνα νάνος, μέχρι τη στιγμή που ένα φευγαλέο βλέμμα σου έπεσε πάνω στον καθρέφτη μιας βιτρίνας. Το γυάλινο είδωλό σου με το ζόρι ξεπερνούσε το ένα μέτρο σε ύψος.

Ζαλίστηκες, πισωπάτησες, έπεσες στο έδαφος. Έκανες να πιαστείς από μια περαστική και αυτή ενοχλημένη σε κλώτσησε. Βοήθεια φώναζε σιωπηλά η μπερδεμένη καρδιά σου, καθώς τα πόδια που περνούσαν γύρω σου μοιάζαν γιγάντια.

Χάνομαι, φώναζε τρεμάμενη φωνή μέσα σου. Ήθελες να τρέξεις να κρυφτείς, κάπως να σωθείς, μα τα μικρά πόδια σου είχαν παραλύσει. Μια λέξη κατάφερε να βγει σερνόμενη από τα μουδιασμένα χείλη σου - Μαμά. Όμως η μητέρα σου είχε πεθάνει όταν ήσουν μικρός, ενώ η μητριά σου και ο πατέρας σου σε είχαν ξεγραμμένο από καιρό.

Ήσουνα μόνος και τα πόδια που σκόνταφταν πάνω σου ολοένα και μεγάλωναν. Τεράστια γκρίζα κτίρια υψωνόντουσαν γύρω σου. Η πόλη διαρκώς μεγάλωνε. Η πόλη διαρκώς μεγάλωνε και το πεζοδρόμιο όλο και σε πλησίαζε. Πρωτόγνωρος ίλιγγος ανακάτευε το κορμί σου, τα αγριεμένα κύματα φτάναν μέχρι το λαιμό σου. Δάκρυα κύλησαν από τα μικροσκοπικά σου μάτια.

-Μητέρα έχασα, είπες με σπασμένη καρδιά και χάθηκες...

Ίαμος