|
ΝΥΓΜΑ #27
- Μάρτιος 1997
|
|
Ηταν 12:30 το μεσημέρι. Το βαθύ του ύπνο διέκοψε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Άργησε λίγο αλλά το σήκωσε. -Εμπρός; -Έλα, ρε Μπάμπη, ο Κώστας είμαι! -Λάθος τηλέφωνο πήρες φίλε, μόνο Λέντης υπάρχει εδώ. -Συγγνώμη, είπε ο άλλος και το έκλεισε. Στο δωμάτιο τα μόνα έπιπλα που υπήρχαν ήταν μια σκονισμένη ντουλάπα, δύο πολυθρόνες με ξεβαμμένες τσόχες, το κρεβάτι και ένα φτηνό κομοδίνο δίπλα του. Τα παντζούρια ήταν μονίμως κλειστά και το λιγοστό φως που έμπαινε φώτιζε τους σκοτεινόχρωμους από τον άφθονο καπνό τοίχους. Πάνω στις πολυθρόνες ήταν πεταμένα σακάκια, πουκάμισα, γραβάτες, παντελόνια και φυσικά το μαύρο πέτσινο μπουφάν. Στο πάτωμα ήταν παρατημένες εφημερίδες και συσκευασίες από πίτσες. Μετά το τηλεφώνημα του αγνώστου ο Λέντης δεν είχε πια όρεξη να κοιμηθεί. Σηκώθηκε, άναψε ένα τσιγάρο και ξερόβηξε. Εκείνη τη στιγμή πέρασαν απ'το μυαλό του σκηνές από το προηγούμενο βράδυ. Είχε πάει σ' ένα στριπτιζάδικο και είχε κατεβάσει ένα μπουκάλι ουίσκι. Πριν φύγει είχε διαλέξει με ποιά σερβιτόρα θα περνούσε το βράδυ. Έδωσε την αμοιβή στο αφεντικό, που του παρίστανε το φίλο, και την πήρε μαζί του. Στο σπίτι του κατέβασε ακόμα μισό μπουκάλι ουίσκι παρέα με τη Ρούλα. Ύστερα δεν θυμόταν τι έγινε. Αυτά μόνο θυμόταν. Προφανώς τον είχε πάρει ο ύπνος πριν προλάβει να γευτεί τη Ρούλα. Αγουροξυπνημένος, φόρεσε κάτι πρόχειρο και πήγε στην κουζίνα να χτυπήσει ένα φραπέ μια κι εκείνη τη μέρα είχε πολλά να κάνει.Το πάτωμα της κουζίνας δε φαινόταν, σκεπασμένο από χαρτιά, σκόνες, χυμένους καφέδες, αποτσίγαρα και συσκευασίες φαγητών. Τα ντουλάπια ήταν σκονισμένα και τα πάντα μύριζαν τσιγαρίλα. Τον Λέντη όμως δεν τον ένοιαζε. Στη γκαρσονιέρα αυτή ερχόταν μόνο για να κοιμηθεί. Ντύθηκε, έβαλε το πέτσινο μπουφάν, σφήνωσε το πιστόλι στη μέση του, και έφυγε για το μπαρ που θα συναντιότανε με το συνεργάτη του. Δυό βήματα ήταν από το σπίτι του. Μπαρ «Can-Can» λεγότανε, στον Κολωνό. Μπήκε μέσα, Χαιρέτησε τους γνωστούς του μόνιμους θαμώνες, πήρε μια θέση δίπλα στον συνεργάτη του τον Τζίμη και παρήγγειλε ουίσκι διπλό με πάγο.
-Καλημέρα, είπε κι ο Λέντης. -Πολύ στο ποτό το'χεις ρίξει τελευταία. -Χέσε μας, ρε Τζίμη. Πέρασε κανένα μισάωρο χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Μόνο κάπνίζαν και σιγοπίναν. Άλλωστε και το περιβάλλον δε σήκωνε και πολλά: Χαμηλός κόκκινος φωτισμός, αργόσχολα βλέμματα, ο μπάρμαν να γυαλίζει τα ποτήρια... Μετά από μισή ώρα: -Πήγε 3:30! Άντε να πηγαίνουμε, είπε ο Λέντης Βγήκαν απ'το μπαρ, περπάτησαν δύο στενά και μπήκαν στην παρκαρισμένη μαύρη BMW του Τζίμη. Είχε πολύ κίνηση στους δρόμους αφού τέτοια ώρα γυρίρίζαν όλοι απ΄τις δουλειές τους. Προορισμός τους ο Ασπρόπυργος, στον καταυλισμό των τσιγγάνων. Αν και η διαδρομή διήρκησε πάνω από ώρα τα δύο πρόσωπα δεν αντάλλαξαν κουβέντες. Όταν φτάσαν είχε πάει 5:00. Παρκάρισαν λίγο μακρυά από τον καταυλισμό για να μην δίνουν αφορμές για κουτσομπολιά. Προχώρησαν περπατώντας και φτάσαν σε μια παράγκα φτιαγμένη από τσιμεντόλιθους και λαμαρίνες. Χτυπήσαν την πόρτα. Έπειτα από λίγο άνοιξε ένας νεαρός. -Είναι μέσα το αφεντικό σου; -Ναι μέσα είναι σας περιμένει. Σε λίγο εμφανίστηκε ένας μεσήλικας μαυριδερός, ψηλός με μαύρο μουστάκι κοινότυπος τσιγγάνος. Κάθησε μπροστά στο τραπέζι και ακούμπησε πάνω μια ναϋλον σακούλα και μια ζυγαριά. -Γειά σας, είπε. Φέρατε τα λεφτά; -Ναι, απαντήσαν και οι δύο, και ο Τζίμης έβγαλε και ακούμπησε πάνω στο τραπέζι 100.000 δρχ.. -Είστε εντάξει άτομα εσείς, πρόσθεσε ο γύφτος. Τότε άναψε τη ζυγαριά ακριβείας και άρχισε να αφήνει πάνω της το τριμμένο χασίς σε φούντα. Έβαζε, έβαζε, κι όταν έφτασε τα 100 γραμμάρια σταμάτησε. Άνοιξε έπειτα μια άλλη σακούλα και προσεκτικά τοποθέτησε σ’ αυτή το χόρτο λέγοντας: «Δεν με ξέρετε, δεν με είδατε. Εντάξει παιδιά;». «Εντάξει», απάντησαν οι δύο άντρες. Μάζεψαν τη σακούλα, χαιρέτησαν και φύγαν. Όταν φτάσαν στο αυτοκίνητο κρύψαν τη σακούλα στη ρεζέρβα, και ξεκίνησαν. -Πρώτο πράμα ε; είπε ο Τζίμης την ώρα που οδηγούσε. Θα το πουλήσουμε στα πιτσιρίκια και θα κάνουμε καλή μπάζα. -Έτσι λέω κι εγώ, αλλά καλύτερα να βιαστείς λίγο γιατι έχουμε αργήσει, απάντησε ο Λέντης. Είχε
ήδη σκοτεινιάσει όταν η μαύρη BMW πάρκαρε έξω από το νυχτερινό κέντρο
«Το Χάραμα» στην παραλιακή. Οι δύο άντρες κατέβηκαν από το αυτοκίνητο
και μπαίνοντας από την πόρτα υπηρεσίας βγάλαν τα πιστόλια τους. Μόλις
είδαν τον ιδιοκτήτη που καθόταν στο μπαρ τα στρέψαν προς τα πάνω του και
ο Λέντης του φώναξε: -Νομίζω έχεις ετοιμάσει ένα δωράκι για μας. Έτσι δεν είναι; Ή πάλι κάτι σου έτυχε; -Σας παρακαλώ, ρε παιδιά, έχω πολλές δυσκολίες τώρα τελευ... -Σκάσε γουρούνι και φέρε τα λεφτά μη σε γεμίσουμε σφαίρες. -...Να εδώ έχω όσα ζητήσατε... Ο Τζίμης τα άρπαξε και άρχισε να μετράει με μανία. Όταν τέλειωσε φώναξε: -Άλλα δεν έχει; -Τόσα είχατε πει, ρε παιδιά! Ο Τζιμης τον άρπαξε απ' το γιακά και στρίγγλισε: -Άκου 'δω ρε σκουλήκι, ξέρουμε πόσα βγάζεις κάθε μέρα κι αυτά που σου ζητάμε είναι πολύ λίγα. Γι'αυτό αυτό αύριο που θα περάσουμε να έχεις άλλα τόσα για να μη σε θρηνήσει η κόρη σου και η γυναίκα σου. Οι δύο κατέβασαν τα πιστόλια βγήκαν από το κέντρο και ξαναμπήκαν στο αυτοκίνητο. Σειρά είχε τώρα το «Disco Club Orama» στη Βουλιαγμένη. Ξαφνικά όπως διασχίζαν τη Βουλιαγμένης ένα περιπολικό πίσω τους έκανε σήμα να σταματήσουν. -Τι κάνουμε τώρα; Αν μας πιάσουν με τα όπλα και το χόρτο την έχουμε κάτσει από χέρι, είπε ο Τζίμης. -Σταμάτα να δούμε τι θέλουν, πρόσταξε ο Λέντης. Τα δύο αυτοκίνητα πάρκαραν στην άκρη του δρόμου. Οι αστυνομικοί στάθηκαν μπροστά στον Τζίμη. -Δίπλωμα, άδεια, ταυτότητα. Τα έδωσε. -Από που έρχεστε; -Από τις ιπποδρομίες, απάντησε ο Τζίμης. Ο αστυνομικός στάθηκε για λίγο σκεφτικός και κάτι ψιθύρισε στο συνάδερφό του. -Βγείτε έξω και οι δύο! πρόσταξε. Τότε ο Τζίμης κατάλαβε το λάθος του. Εκείνη τη μέρα δεν είχε ιπποδρομίες. Οι δύο αστυνομικοί κάτι υποψιάστηκαν. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα άλλο πάτησε γκάζι και σπινάροντας εκτόξευσε στους αστυνομικούς ένα σύννεφο σκόνης και χαλίκια. Οι τελευταίοι αμέσως επιβιβάστηκαν στο περιπολικό και άρχισαν την καταδίωξη ενημερώνοντας ταυτόχρονα το κέντρο με τον ασύρματο. Σύντομα απέκτησαν οπτική επαφή με τη μαύρη BMW και άρχισαν να την προσεγγίζουν. Ο Τζίμης έτρεχε σαν σίφουνας και επιχειρούσε τα πιο δύσκολα προσπεράσματα. Αλλά σε κάποια στιγμή το άγχος του τον πρόδωσε. Σε μια στροφή η BMW γλίστρησε, σκόνταψε στο πεζοδρόμιο και αφου πήρε δυό τούμπες έσκασε με δύναμη πάνω στο διπλανό τοίχο. «Οι επιβαίνοντες ανασύρθηκαν νεκροί μετά από την επέμβαση της πυροσβεστικής. Τα ονόματά τους είναι: Λέντης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Γιαννόπουλος και είχαν καταδικαστεί στο παρελθόν για σωρεία κλοπών, για έκβιασμους και για εμπορία ναρκωτικών», είπε η παρουσιάστρια των ειδήσεων. Γιώργος Τριαρίδης 4ο έτος Χημικών μηχανικών ΕΜΠ |